Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2017

Αυξάνονται οι καλλιεργούμενες εκτάσεις με όσπρια στη Στερεά


Στην ευρύτερη περιφέρεια της Στερεάς Ελλάδας, καλλιεργούνται εδώ και πάρα πολλά χρόνια όσπρια. Μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, λόγω της ακραίας φτώχειας, τα όσπρια κυριάρχησαν στη διατροφή των Ελλήνων και δίκαια απέκτησαν την ονομασία «το κρέας των φτωχών».

Αυξάνονται οι καλλιεργούμενες εκτάσεις με όσπρια στη Στερεά
Η αλλαγή των διατροφικών συνηθειών λόγω κρίσης, σε συνδυασμό με την πτώση των εισοδημάτων από τις αροτραίες καλλιέργειες, αλλάζουν τα δεδομένα
Οι περιοχές με τις μεγαλύτερες εκτάσεις καλλιέργειας οσπρίων ήταν ο Δομοκός, η Λοκρίδα, η Βοιωτία και η περιοχή του Μαντουδίου στην Εύβοια. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’70, το διατροφικό πρότυπο του Έλληνα καταναλωτή άλλαξε και παρατηρήθηκε μια μεγάλη στροφή στην κατανάλωση κρέατος. Η αλλαγή αυτή του διατροφικού παραδείγματος οδήγησε σε μεγάλη μείωση των καλλιεργούμενων εκτάσεων οσπρίων στη Στερεά.

Τα τελευταία χρόνια, παρατηρείται μια μεγάλη αλλαγή στο διατροφικό μοντέλο. Επιστημονικά δεδομένα αναδεικνύουν τη μεγάλη διατροφική αξία των οσπρίων και αρκετοί άνθρωποι άρχισαν να τα καταναλώνουν σε εβδομαδιαία βάση. Η οικονομική κρίση βοήθησε και αυτή στην υιοθέτηση τέτοιων υγιεινών πρακτικών. Οι αγρότες της Στερεάς, βλέποντας τα εισοδήματα από τις αροτραίες καλλιέργειες (σιτάρι, καλαμπόκι κ.ά.) να μειώνονται, ξαναγύρισαν στις παραδοσιακές καλλιεργητικές τους συνήθειες και ασχολούνται με τα όσπρια. Βλέπουν ότι υπάρχει η δυνατότητα να έχουν κέρδη από την πώλησή τους.

Η γεωπόνος Σοφία Μπλέτσα, προϊστάμενη του ΚΕΑ στον Αγροτικό Συνεταιρισμό Λαμίας, περιγράφει τη σημερινή κατάσταση και τα μελλοντικά σχέδια του Συνεταιρισμού: «Τα τελευταία χρόνια παρουσιάζεται σημαντική αύξηση των καλλιεργούμενων εκτάσεων με όσπρια. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο Συνεταιρισμός μας, το 2015 καλλιεργήθηκαν 5.830 στρέμματα και το 2016 έφθασαν τα 6.080. Με την νέα ΚΑΠ και τις εισοδηματικές ενισχύσεις στους παραγωγούς των οσπρίων μέσω της βιολογικής γεωργίας και της συνδεδεμένης ενίσχυσης, το ενδιαφέρον των παραγωγών για τα ψυχανθή αυξήθηκε. Το πρόβλημα ωστόσο εστιάζεται στην προώθηση των οσπρίων, η οποία γίνεται με τον παραδοσιακό τρόπο απευθείας από τους παραγωγούς. Συνήθως τα κέρδη τους τελικά είναι περιορισμένα, γιατί οι έμποροι καρπώνονται τη μερίδα του λέοντος. Από την πλευρά μας, βλέποντας πώς κινείται η αγορά, αποφασίσαμε να δημιουργήσουμε μια Ομάδα Παραγωγών ώστε να αξιοποιήσουμε με αποτελεσματικότερο τρόπο τα προϊόντα μας. Τα όσπρια της περιοχής μας είναι γνωστά. Αυτό που χρειάζεται είναι μία καλύτερη οργάνωση της παραγωγής μας, ώστε να βγάλουμε προϊόν πιστοποιημένο, ολοκληρωμένης διαχείρισης ή βιολογικό».

Κίνηση και σε Θήβα – Λιβαδειά

Το ίδιο αυξημένο ενδιαφέρον για επένδυση στην παραγωγή οσπρίων δείχνουν και αρκετοί αγρότες από τη Θήβα. Τους λόγους της αύξησης των εκτάσεων με όσπρια στην περιοχή, μας εξηγεί ο γεωπόνος και διευθυντής του Αγροτικού Συνεταιρισμού Θήβας Στέλιος Πανάγενας: «Οι τιμές των σιτηρών κατά την προηγούμενη καλλιεργητική περίοδο ήταν καθηλωμένες. Σε ξερικά εδάφη δεν έχουμε πολλές εναλλακτικές επιλογές για άλλες καλλιέργειες και μάλλον αποτελεί μονόδρομος για τους παραγωγούς η επιλογή των οσπρίων. Το 2015 καλλιεργήθηκαν 5.800 στρέμματα και το 2016 αυξήθηκαν στα 6.750. Σε συνδυασμό με το Πρόγραμμα Αγροτικής Ανάπτυξης που ενισχύει τα ψυχανθή, θα έχουμε μια αύξηση η οποία μπορεί να ξεπεράσει και το 25% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Μια άλλη εικόνα που ενισχύει την άποψη αυτή είναι και το έντονο ενδιαφέρον αγροτών, ακόμη και αυτών που δεν είχαν καλλιεργήσει στο παρελθόν όσπρια, να προμηθεύονται σπόρους. Βλέποντας αυτή την εξέλιξη, δεν θα θέλαμε η ευκαιρία αυτή να πάει χαμένη. Πρόθεσή μας είναι η συγκέντρωση και η διαχείριση των οσπρίων μέσα από τη δική μας οργάνωση».

Στροφή στα όσπρια βλέπει και ο γεωπόνος Θεόδωρος Χριστοδούλου, από την περιοχή της Λιβαδειάς: «Το 2015, στην περιοχή της Λιβαδειάς είχαν καλλιεργηθεί περίπου 1.000 στρέμματα. Το 2016 οι εκτάσεις διπλασιάστηκαν και για την τρέχουσα καλλιεργητική περίοδο θα έχουμε αύξηση που θα ξεπερνά το 20%. Οι παράγοντες που οδηγούν προς αυτή την κατεύθυνση είναι πολλοί. Έχουν σχέση με την αύξηση της ζήτησης από Έλληνες καταναλωτές για λόγους οικονομίας και αλλαγής των διατροφικών προτύπων με τροφές φυτικής προέλευσης. Το μεγαλύτερο ποσοστό των οσπρίων είναι εισαγόμενα, ωστόσο υπάρχουν αρκετά περιθώρια κέρδους, αν οργανωθούν αποτελεσματικότερα κάποιες ενέργειες (καθαρισμός, πιστοποίηση, συσκευασία) που δίνουν προστιθέμενη αξία στο παραγόμενο προϊόν. Επιπλέον, οι εισροές που απαιτούνται για την παραγωγή των οσπρίων δεν επηρεάζουν σημαντικά το κόστος παραγωγής του προϊόντος. Οι παραγωγοί μπορούν να αξιοποιήσουν φτωχά και άνυδρα εδάφη με σχετικά καλά παραγωγικά αποτελέσματα, εφόσον βέβαια είναι ευνοϊκές οι κλιματολογικές συνθήκες. Τέλος, η ένταξη των οσπρίων σε προγράμματα του ΠΑΑ δίνουν τη δυνατότητα στους δικαιούχους να συμπληρώσουν το εισόδημά τους από τη βιολογική γεωργία και τη συνδεδεμένη ενίσχυση».

Υπάρχουν αρκετά προβλήματα στην καλλιέργεια των οσπρίων. Πολλοί παραγωγοί χρησιμοποιούν δικό τους σπόρο οσπρίων και η καταγραφή των εκτάσεων δεν δηλώνεται. Άλλοι καλλιεργητές χρησιμοποιούν ξένους σπόρους, παρά το γεγονός ότι υπάρχουν ελληνικοί πιστοποιημένοι σπόροι. Ένας επίσης παράγοντας που προκαλεί σοβαρά προβλήματα στις καλλιέργειες οσπρίων και ειδικά των ρεβιθιών, είναι το αγριογούρουνο. Οι καταστροφές στην περιφέρεια Στερεάς είναι σημαντικές, με τις γνωστές αδυναμίες του ΕΛΓΑ στην αποζημίωση των πληγέντων παραγωγών.


Καθορισμός ύψους ενίσχυσης της συνδεδεμένης στήριξης του άρθρου 52 του Καν. (ΕΚ) 1307/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, στην καλλιέργεια οσπρίων για ανθρώπινη κατανάλωση για το έτος ενίσχυσης 2015 (23.03.16)


Υ.Α αριθμ. 1457/124624/14-10-13(ΦΕΚ 2744/β/29-10-13) «Καθορισμός προωθούμενων ειδών, ποικιλιών οσπριοειδών και κτηνοτροφικών φυτών της οικογένειας των ψυχανθών»

Εγγραφή νέων ποικιλιών βίκου,φακής,ρεβυθιού στον Εθνικό Κατάλογο Ποικιλιών


Κέρδη και γενναίες ενισχύσεις για τα όσπρια

Φλέβα «επιδοτήσεων» κρύβουν τα όσπρια, παρέχοντας παράλληλα εγγυημένα κέρδη σε όσους ασχοληθούν με την καλλιέργεια, καθώς η Ελλάδα είναι τραγικά ελλειμματική στην παραγωγή τους και οι ανάγκες της χώρας καλύπτονται κυρίως με εισαγωγές.
Επαγγελματικές Ευκαιρίες

Η φακή αναπτύσσεται ως βιολογική καλλιέργεια σχεδόν σε όλα τα είδη των εδαφών, αρκεί να έχουν καλή στράγγιση. Η μέση παραγωγή είναι 120 κιλά το στρέμμα, ενώ η τιμή κυμαίνεται γύρω στα 3 ευρώ το κιλό
Η φακή αναπτύσσεται ως βιολογική καλλιέργεια σχεδόν σε όλα τα είδη των εδαφών, αρκεί να έχουν καλή στράγγιση. Η μέση παραγωγή είναι 120 κιλά το στρέμμα, ενώ η τιμή κυμαίνεται γύρω στα 3 ευρώ το κιλό
Το μεγάλο βέβαια πλεονέκτημα για τα όσπρια είναι πως πέραν του γεγονότος ότι έχουν ήδη κερδίσει μια θέση ανάμεσα στις καλλιέργειες που θα λάβουν συνδεδεμένη ενίσχυση από την Ε.Ε. κατά την επόμενη προγραμματική περίοδο 2014-2020, η νέα ΚΑΠ θα παρέχει τη δυνατότητα για χορήγηση επιδότησης ενός επιπλέον ποσοστού 2% σε όσους παράγουν πρωτεϊνούχα φυτά, όπως τα ψυχανθή (φακές, ρεβίθια, φασόλια, κουκιά, κ.ά.).
Η «λίστα» με τις δυνατότητες επιδότησης δεν τελειώνει όμως εδώ... Η καλλιέργεια των βιολογικών οσπρίων τυγχάνει πενταετούς επιδότησης, ενώ στο πλαίσιο του μέτρου για τις γεωργοπεριβαλλοντικές ενισχύσεις προβλέπονται ενισχύσεις για τις καλλιέργειες φασολιών, ρεβυθιών και φακής. Επίσης, ενισχύεται η καλλιέργεια, διατήρηση και αναπαραγωγή επιλέξιμων τοπικών ποικιλιών οσπρίων (φακής, φασολιών, φάβας), ενώ στο πλαίσιο προγράμματος για τη στήριξη των μικρών νησιών του Αιγαίου Πελάγους ενισχύονται οι παραγωγοί φασολιών σε όλα τα νησιά του Αιγαίου και βρώσιμου λαθουριού (φάβας) στα νησιά Θήρα και Θηρασιάς.
Προϊόντα όπως τα φασόλια, οι φακές, τα ρεβίθια φαντάζουν ως ευκαιρίες για εκείνους που θέλουν να ασχοληθούν με την καλλιέργειά τους και αυτό γιατί η Ελλάδα είναι απίστευτα ελλειμματική σε παραγωγή. Παρόλο που τα εδάφη της χώρας είναι τα πλέον κατάλληλα για να ευδοκιμήσουν τα όσπρια, εντούτοις πάνω από το 60% των οσπρίων είναι ξένης προέλευσης.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα η φακή, όπου οι ποσότητες που παράγονται στην Ελλάδα είναι ελάχιστες σε σχέση με το ύψος της κατανάλωσής της, με αποτέλεσμα ένα ποσοστό μεγαλύτερο του 95% των αναγκών μας να καλύπτεται με εισαγωγές από άλλες χώρες, όπως είναι η Τουρκία, οι ΗΠΑ και ο Καναδάς
Εξάλλου και η Ευρώπη συνολικά είναι ελλειμματική στην παραγωγή οσπρίων, κάτι που σημαίνει ότι μπορούν να αποτελέσουν και ένα προϊόν με εξαγωγικό προσανατολισμό.
Το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων προωθεί Ελληνικές ποικιλίες οσπρίων και κτηνοτροφικών φυτών για πρώτη φορά με στόχο τη μείωση της εξάρτησης της χώρας από τις εισαγωγές του είδους.

Κέρδη και γενναίες ενισχύσεις για τα όσπρια
Ο αρμόδιος υπουργός, έχει υπογράψει μία σχετική απόφαση σχετικά με τον καθορισμό, των προωθούμενων για καλλιέργεια στη χώρα ελληνικών ποικιλιών οσπρίων.

Σκοπός της απόφασης είναι ο καθορισμός των ελληνικών ποικιλιών ψυχανθών, όπως κουκιά, ρεβίθια, σόγια, μπιζέλια, μηδική κ.λπ., που μπορούν να χρησιμοποιηθούν προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες της χώρας σε όσπρια, αλλά και κτηνοτροφικά φυτά.

Η απόφαση παρέχει τη δυνατότητα:
α) παραγωγής και αξιοποίησης πιστοποιημένου σπόρου από ελληνικές εταιρείες σποροπαραγωγής και ερευνητικά ιδρύματα.
β) χρήσης αυτού του υλικού σε προγράμματα προώθησης στο πλαίσιο της νέας ΚΑΠ.

Οι ελληνικές, βελτιωμένες, παραδοσιακές ποικιλίες είναι προσαρμοσμένες σε ευρύ φάσμα εδαφοκλιματικών συνθηκών και η καλλιέργειά τους απαιτεί λιγότερες εισροές, όπως νερό ή λιπάσματα. Επομένως, θα μειωθεί και το κόστος παραγωγής. Καλλιεργώντας παραδοσιακές ποικιλίες ψυχανθών, θα υπάρχει η δυνατότητα να αξιοποιηθούν καλύτερα ξερικά χωράφια, λιγότερο γόνιμα σε ορεινές και ημιορεινές περιοχές, αλλά και αρδευόμενα χωράφια.
Επιπλέον, θα μπορούν να συμπεριληφθούν και ελληνικές ποικιλίες σε επιδοτούμενα αγροπεριβαλλοντικά προγράμματα με στόχο τη μείωση της χρήσης λιπασμάτων.
Μεγάλες δυνατότητες ανάπτυξης
Σημαντικά τα πλεονεκτήματα
Τα όσπρια έχουν μεγάλες δυνατότητες να αναπτυχθούν στη χώρα μας αν οι αγρότες εκμεταλλευτούν τις ευκαιρίες και τα συγκριτικά πλεονεκτήματα που έχουν αυτές οι καλλιέργειες.
Τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας μας για την καλλιέργεια των οσπρίων είναι:
Υπάρχουν πολύ καλές ελληνικές ποικιλίες οσπρίων που δίνουν εκλεκτής ποιότητας όσπρια, που έχουν και μεγάλη προσαρμοστικότητα στις ελληνικές εδαφοκλιματικές συνθήκες.
Η Ευρωπαϊκή Ενωση είναι ελλειμματική στην παραγωγή οσπρίων, με αποτέλεσμα τα όσπρια να αποτελούν ένα προϊόν που μπορεί να εξαχθεί.
Η οικονομική κρίση ίσως είναι η ευκαιρία να αποτελέσει την αφετηρία για την ανάπτυξη τέτοιου είδους καλλιεργειών στη χώρα μας.
Η καλλιέργεια των βιολογικών οσπρίων είναι μια δυνατότητα που μπορεί να δώσει αυξημένο εισόδημα στους παραγωγούς, επειδή αυτά τα όσπρια δεν θα δέχονται την πίεση από τις εισαγωγές οσπρίων από γειτονικές χώρες και οι τιμές πώλησης είναι αυξημένες σε σχέση με τα παραγόμενα με συμβατικό τρόπο. Επίσης επιδοτείται η βιολογική καλλιέργεια των οσπρίων με 160 ευρώ ανά στρέμμα για τους νέους βιοκαλλιεργητές και 123 ευρώ ανά στρέμμα για τους παλιούς.
Το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης έχει προγράμματα για την ανάπτυξη της καλλιέργειας των οσπρίων.
Οι τεχνικές καλλιέργειας των οσπρίων
Τα όσπρια μπορούν να καλλιεργηθούν ως ξερικές αλλά και ως ποτιστικές καλλιέργειες. Στις ξερικές καλλιέργειες -όπως μας λέει ο γεωπόνος Κάσσανδρος Γάτσιος- ανήκουν η φακή, τα ρεβίθια, τα λαθούρια και τα κουκιά, ενώ στις ποτιστικές καλλιέργειες συγκαταλέγονται τα φασόλια και οι γίγαντες.
Το κοινό φασόλι: Είναι ένα φυτό ετήσιο, που μπορεί να καλλιεργηθεί σε διάφορα είδη εδαφών ως βιολογική καλλιέργεια. Η μέση απόδοση των ξηρών φασολιών είναι 200-250 κιλά το στρέμμα, με μια μέση τιμή τα 2,5-3 ευρώ το κιλό. Τα ακαθάριστα έσοδα είναι 500-750 ευρώ το στρέμμα και το καθαρό κέρδος ανέρχεται σε 250-350 ευρώ το στρέμμα.
Η σπορά του φασολιού γίνεται μετά την πάροδο των όψιμων παγετών. Αναπτύσσεται καλύτερα σε θερμοκρασίες 17-25οC. .
Τα φασόλια γίγαντες: Οι αποδόσεις είναι 250-500 κιλά το στρέμμα και οι τιμές πώλησης κυμαίνονται μεταξύ 3-3,5 ευρώ το κιλό. Τα μεγαλόσπερμα φασόλια γίγαντες καλλιεργούνται ως ξερά φασόλια σε διάφορες περιοχές, αλλά κυρίως στη Δυτική Μακεδονία. Οι γίγαντες διαφέρουν από το κοινό φασόλι μορφολογικά, αλλά απαιτούν και διαφορετικές κλιματολογικές συνθήκες. Είναι φυτά αναρριχώμενα που φθάνουν σε ύψος 3 μέτρων.
Η φακή: Η φακή αναπτύσσεται ως βιολογική καλλιέργεια σχεδόν σε όλα τα είδη των εδαφών, αρκεί να έχουν καλή στράγγιση. Η μέση παραγωγή είναι 120 κιλά το στρέμμα, ενώ η τιμή κυμαίνεται γύρω στα 3 ευρώ το κιλό. Αν θεωρήσουμε ότι το κόστος καλλιέργειας είναι περίπου 110 ευρώ το στρέμμα, τότε το καθαρό κέρδος είναι περίπου 250 ευρώ το στρέμμα.
Η σπορά στη φθινοπωρινή καλλιέργεια γίνεται μέσα στον Νοέμβριο, ανάλογα με τις κλιματολογικές συνθήκες και την ποικιλία.
Τα κουκιά: Οι αποδόσεις στα κουκιά κυμαίνονται από 1.000-1.200 κιλά σε νωπούς λοβούς ξηρών σπερμάτων και μπορούν να δώσουν ένα εισόδημα 150-350 ευρώ το στρέμμα.
Η καλλιέργειά τους γίνεται με σπορά των σπόρων απευθείας στο χωράφι κατά την περίοδο Οκτωβρίου - Νοεμβρίου με μια ποσότητα 8-10 kg ανά στρέμμα. Σε ψυχρές περιοχές μπορεί η σπορά να γίνει στο τέλος του χειμώνα.
Η φάβα (λαθούρι): Η μέση παραγωγή της φάβας είναι 120-150 κιλά ανά στρέμμα και πρόκειται για μια καλλιέργεια που μπορεί να δώσει εισόδημα 120-150 ευρώ το στρέμμα. Το λαθούρι είναι φυτό που αντέχει στην ξηρασία και στις υψηλές θερμοκρασίες περισσότερο από τα άλλα ψυχανθή. Η σπορά του γίνεται το φθινόπωρο σε γραμμές με σπαρτικές μηχανές με 8-12 κιλά σπόρου το στρέμμα. Πολύ γνωστή φάβα είναι της Σαντορίνης. Ο γεωγραφικός χώρος που καλλιεργείται η φάβα είναι η Σαντορίνη και τα γύρω νησιά στις Κυκλάδες, αλλά και σε άλλα νησιά του Αιγαίου Πελάγους. Τα εδάφη των νησιών αυτών χαρακτηρίζονται σαν ηφαιστειακά, ενώ το κλίμα είναι ζεστό και ξηρό με πολύ μεγάλο ποσοστό ηλιοφάνειας, αλλά και με πολύ ισχυρούς ανέμους. Το κλίμα αυτό δίνει και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της φάβας.
Το ρεβίθι: Η μέση απόδοση του ρεβιθιού είναι 140-220 κιλά ανά στρέμμα, ενώ η τιμή πώλησης είναι 0,9-2,2 ευρώ το κιλό, με τα έσοδα ανά στρέμμα στα 160-250 ευρώ.
Είναι ετήσιο ξερικό ψυχανθές που δεν εμφανίζει ιδιαίτερες απαιτήσεις σε λίπανση, αφού έχει τη δυνατότητα να δεσμεύει το άζωτο. Ελάχιστες είναι και οι εδαφικές απαιτήσεις του. Καλλιεργείται σε ποικιλία εδαφών, ακόμη και σε πετρώδη, αλλά δεν αναπτύσσεται σε εδάφη χωρίς καλή στράγγιση. Οι κυριότερες ελληνικές ποικιλίες είναι η «Θήβα», η «Γαύδος», η «Κερύνεια» και η «Αμοργός». Το ρεβίθι αναπτύσσεται ως βιολογική καλλιέργεια σχεδόν σε όλα τα είδη των εδαφών.
Χαμηλή η παραγωγή, υψηλή η κατανάλωση
Το σύνολο της καλλιεργούμενης με όσπρια έκτασης στην Ελλάδα ανέρχεται περίπου σε 160.000-180.000 στρέμματα. Η μέση ετήσια παραγωγή οσπρίων είναι 33.000-35.000 τόνοι, ενώ η κατανάλωση είναι περίπου 90.000-100.000 τόνοι.
Από τα στοιχεία αυτά είναι φανερό ότι η χώρα μας είναι πολύ ελλειμματική όσον αφορά την παραγωγή των οσπρίων, ενώ ταυτόχρονα η κατανάλωσή τους είναι αυξημένη.
Η καλλιέργεια των φασολιών, που αποτελεί και την κυριότερη καλλιέργεια οσπρίων, καλλιεργείται -όπως επισημαίνει στις «Επαγγελματικές Ευκαιρίες» ο γεωπόνος Κάσσανδρος Γάτσιος- κυρίως στους νομούς Φλώρινας, Καστοριάς και Καβάλας. Τα ρεβίθια στους νομούς Ευβοίας, Βοιωτίας, Φθιώτιδας και Κυκλάδων. Τα κουκιά στους νομούς Ηρακλείου και Αρκαδίας, το λαθούρι στον νομό Κορινθίας και η φακή στον νομό Λάρισας, Λευκάδας.
Στοιχεία
Τα φασόλια είναι τα όσπρια που αποτελούν το κυριότερο είδος που καλλιεργείται περισσότερο στη χώρα μας και από τα οποία παράγεται το 73% της συνολικής ελληνικής παραγωγής οσπρίων. Το 55-60% των φασολιών που καταναλώνονται στη χώρα μας εισάγονται από τις ΗΠΑ, την Αλβανία, τον Καναδά και την Αργεντινή.
Οι ποσότητες της φακής που παράγονται στην Ελλάδα είναι ελάχιστες σε σχέση με το ύψος της κατανάλωσής της, με αποτέλεσμα ένα ποσοστό μεγαλύτερο του 95% των αναγκών μας να καλύπτεται με εισαγωγές από άλλες χώρες.
Η χώρα μας εισάγει ετησίως περίπου 18.000- 20.000 τόνους φασόλια και εξάγει περίπου 800 τόνους, εισάγει 4.500- 5.000 τόνους ρεβίθια και εξάγει 80- 100 τόνους, εισάγει 11.000- 12.000 τόνους φακές και εξάγει γύρω στους 300 τόνους, εισάγει 2.000 τόνους μπιζέλια.
Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι ο ετήσιος τζίρος της αγοράς οσπρίων εκτιμάται σε μόλις 200 εκατ. ευρώ, βάσει των στοιχείων της εγχώριας κατανάλωσης, υπάρχουν προοπτικές για ανάπτυξη του κλάδου, ο οποίος πέραν της κάλυψης της εσωτερικής κατανάλωσης, μπορεί να γίνει εξαγωγικός.


Οσπρια: Μια καλλιέργεια με επιστροφή στο … μέλλον




του ΧΡΗΣΤΟΥ Ε. ΑΥΓΟΥΛΑ, Ομότιμος Καθηγητής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών

Tα όσπρια ήταν πάντα από… τις καλές παραδοσιακές καλλιέργειες της χώρας. Για πολλά χρόνια, λόγω του υψηλού κόστους, η παραγωγή τους μειώθηκε, ωστόσο το τελευταίο διάστημα φαίνεται να επανέρχονται στην επικαιρότητα. Πλέον, επιδοτούνται και μέσω της νέας ΚΑΠ με περίπου 30 ευρώ ανά στρέμμα. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, η χώρα μας εισάγει το 50% των αναγκών της κυρίως από την Τουρκία, αλλά και από χώρες όπως η Αμερική, η Κίνα, το Μεξικό, η Αίγυπτος και η Ινδία. Και μόνο το γεγονός ότι εισάγουμε τεράστιες ποσότητες δείχνει ότι ο κλάδος αυτός μπορεί να αναπτυχθεί σε όλη τη χώρα, αφού η καλλιέργεια των οσπρίων δεν θεωρείται από τις δύσκολες.

Τα όσπρια έχουν μπει στη ζωή του ανθρώπου εδώ και 10.000 χρόνια και έχουν συνδεθεί με τον ίδιο μας τον πολιτισμό. Ο Ουμπέρτο Έκο έχει πει: «Χωρίς όσπρια, η ανθρωπότητα δεν θα είχε φτάσει ούτε στον Μεσαίωνα!».

Τα κουκιά δεν ήταν από τα πρώτα φυτά που καλλιέργησε ο άνθρωπος. Η Εγγύς Ανατολή θεωρείται η «πατρίδα» του φυτού, που στην πορεία, στην αρχαία Ελλάδα, συνδέθηκε ακόμα και με τον πολιτικό πολιτισμό, αφού τα αποξηραμένα κουκιά χρησιμοποιούνταν για ψηφοδέλτια. Εξού και η φράση της εποχής «δεν βγαίνουν τα κουκιά». Εκτός από τροφή για τον άνθρωπο, τα κουκιά θεωρούνται και μια πρώτης τάξης ζωοτροφή!

To λαθούρι, από όπου παράγεται η φάβα, είναι ίσως το λιγότερο διαδεδομένο από τα όσπρια, αλλά θωρείται εξίσου σημαντικό στη διατροφική αλυσίδα. Το βρώσιμο λαθούρι πρωτοεμφανίστηκε στη Νοτιοδυτική Ασία και την Αιθιοπία, ενώ ανήκει στα ιθαγενή φυτά της Λεκάνης της Μεσογείου. Στην αρχαία Ελλάδα πολλά είδη λαθουριού ήταν γνωστά, και κυρίως ο ώχρος λαθούρι, όπως το περιγράφει ο Θεόφραστος. Από όλες τις παραπάνω καλλιέργειες, ο παραγωγός δεν μπορεί να ελπίζει σε έσοδα περισσότερα από 200 ευρώ ανά στρέμμα, σε ιδανικές συνθήκες.

Tα μειονεκτήματα:

  • Οι χαμηλές τιμές για τους παραγωγούς, λόγω των αθρόων και φθηνών εισαγωγών.
  • Οι ελλείψεις στον τομέα της τυποποίησης.
  • Το μεγάλο κόστος για την ενοικίαση εκτάσεων, καθώς για ένα καλό εισόδημα απαιτούνται πολλά στρέμματα.



Τα πλεονεκτήματα:

  • Οι καλές ελληνικές ποικιλίες από τις οποίες παράγονται ποιοτικά όσπρια και οι οποίες προσαρμόζονται εύκολα στις συνθήκες του εδάφους.
  • Λόγω των μεγάλων ελλείψεων, μπορούν να εξαχθούν εύκολα.
  • Η καλλιέργεια με βιολογικό τρόπο μπορεί να δώσει αυξημένο εισόδημα στον παραγωγό.
  • Μπορεί εύκολα να αναπτυχθεί σε συμβολαιακή βάση και μέσα από ομάδες παραγωγών.

ΦΑΚΕΣ

«Οταν θέλεις να την αγοράσεις, βάνε ολίγην εις το νερόν και εβγαλέ την και, αν στεγνώξη πάραυτα, είναι καλόβραστη, αμή η κακή φακή δεν στεγνώνει και μαυρίζει και το νερόν όπου την έβρεξες». Η απλή συμβουλή του Αγαπίου Μοναχού του Κρητός θα μπορούσε να πει κανείς ότι έχει ως σκοπό την προστασία του καταναλωτή από διάφορους επιτήδειους. Σήμερα, αυτή η συμβουλή έχει ουσιαστική αξία, αν λάβει κανείς υπόψη του ότι η φακή που καταναλώνουμε δεν έχει συγκεκριμένη προέλευση και ταυτότητα και, ως εκ τούτου, στερείται ποιότητας. Αυτό σήμερα, γιατί παλιά η φακή ήταν μεταξύ των οσπρίων που καλλιεργούνταν παντού, κυρίως στα ορεινά και ξηρικά εδάφη. Ευδοκιμεί κυρίως σε εύκρατα κλίματα, όπως είναι αυτό της Ελλάδας, και σπέρνεται κατά τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο ακόμα και σε εδάφη τα οποία δεν αρδέυονται. Επειδή πρόκειται για ένα φυτό το οποίο εξαντλεί το έδαφος, η φακή δεν μπορεί να εξελιχτεί σε μονοκαλλιέργεια, αλλά πρέπει να ενταχθεί σε ένα σύστημα αμειψισποράς (εναλλαγή καλλιεργειών), όπως γίνονταν παλιά, ώστε να υπάρχει απόδοση.

Η σπορά δεν είναι πολυδάπανη. Απαιτείται η προετοιμασία του χωραφιού τον Οκτώβριο και δύο σβαρνίσματα λίγο πριν από τη σπορά. Το έδαφος πρέπει να είναι κονιορτοποιημένο, ώστε το φυτό να μην «πνιγεί» από τα ζιζάνια. Στα «καλά και γόνιμα» χωράφια χρειάζεται η προσθήκη φωσφορούχου λιπάσματος, με 2-4 κιλά ανά στρέμμα. Στα «φτωχά» θα πρέπει να γίνει ενίσχυση με μικρές ποσότητες αζώτου με τη μορφή θειικής ή νιτρικής αμμωνίας, με 2-3 κιλά ανά στρέμμα.

Η «καλή σπορά» γίνεται με σπαρτική μηχανή και όχι με το χέρι και οι αποστάσεις μεταξύ των γραμμών πρέπει να είναι 25 πόντους. Για κάθε στρέμμα απαιτούνται 6 κιλά σπόρου για μικρόσπερμες φακές και 14 κιλά για τις μεγαλόσπερμες. Συνήθως δεν χρειάζεται πότισμα. Υπάρχουν, βέβαια, και οι «ποτιστικές», αλλά δεν χρειάζονται πολύ νερό.

Καλλιεργούμενες εκτάσεις σε όλο τον κόσμο: 42 εκαττομύρια στρέμματα

Στην Ελλάδα: 46.000 στρέμματα

Παγκόσμια παραγωγή: 4,5 εκατομμύρια τόνοι

Στην Ελλάδα: 6.000 τόνοι

Απόδοση ανά στρέμμα: 80-120 κιλά

Χώρες παραγωγής: Ινδία, Καναδάς, ΗΠΑ, Τουρκία, Νεπάλ, Ιράν, Αυστραλία, Συρία, Αιθοπία και Μαρόκο

Στην Ελλάδα φακές παράγονται κυρίως στους νομούς: Εβρου, Κοζάνης, Λάρισας, Φθιώτιδος, Βοιωτίας, Γρεβενών, Τρικάλων και Λευκάδας

Οι πιο γνωστές φακές στην Ελλάδα είναι αυτές της Εγκλουβής Λευκάδας και του Βοΐου, όπου πλέον υπάρχει οργανωμένη παραγωγή, τυποποίηση και διάθεση.

Oι φακές Εγκλουβής πωλούνται 7-12 ευρώ το κιλό.

Οι φακές Βοΐου πωλούνται 3-5 ευρώ το κιλό.

ΡΕΒΙΘΙΑ

Μπορεί στη χώρα μας το ρεβίθι να μην ανήκει στις προτιμήσεις των πολλών, αλλά σε παγκόσμιο επίπεδο είναι στις πρώτες θέσεις μετά τα φασόλια και τα μπιζέλια. Αντίθετα, στην Ελλάδα οι καλλιεργούμενες εκτάσεις μειώθηκαν δραματικά τα τελευταία χρόνια, αν και πρόκειται για ένα προϊόν το οποίο είναι εύκολο στην καλλιέργεια και δεν χρειάζεται πλούσια εδάφη για να αναπτυχθεί. Το ρεβίθι ευδοκιμεί σε θερμά και ξηρά κλίματα, δεν χρειάζεται πολύ υγρασία και γενικώς φυτρώνει παντού! Η σπορά γίνεται και το φθινόπωρο, σε περιοχές με σχετικά ήπιο χειμώνα. Στις περισσότερες περιοχές γίνεται με το χέρι (όπως το σιτάρι), ενώ στις προηγμένες χώρες με σπαρτικές μηχανές. Για κάθε στρέμμα απαιτούνται 5-12 κιλά σπόρου. Για την σωστή αναπτυξή του απαιτείται ενίσχυση του εδάφους με άζωτο (3-5 κιλά ανά στρέμμα) και φώσφορο σε φτωχά εδάφη (2,5-3,5 κιλά ανά στρέμμα).Τα ρεβίθια είναι ξηρικά, αλλά και περιόδους παρατεταμένης ξηρασίας επιβάλλεται το πότισμα για καλύτερες αποδόσεις.

Αν και πολλοί θεωρούν ότι το ρεβίθι είναι ένα φθηνό προϊόν, εντούτοις έχει μεγάλη θρεπτική αξία. Τα ξερά ρεβίθια περιέχουν νερό σε ποσοστό 8%-13%, αζωτούχες ενώσεις 20%-30%, υδατάνθρακες 55%-65% και λιπαρές ουσίες 4%-6%.ΟΙ ειδικοί εκτιμούν ότι, λόγω της ποιότητας των πρωτεϊνών του, είναι ιδανικό συμπλήρωμα για τη διατροφή των παιδιών. Από τα λεγόμενα αμινοξέα η ιστιδίνη βρίσκεται σε μεγαλύτερη ποσότητα από ό,τι στο μητρικό γάλα!

Χώρες παραγωγής: Ινδία, Αιθιοπία, Μεξικό, Ιταλία, Τουρκία, Ισπανία, Μαρόκο, Αλγερία, Ιράκ

Καλλιεργούμενες εκτάσεις στον κόσμο: 100 εκατομμύρια στρέμματα

Στην Ελλάδα: 29.500 στρέμματα

Παγκόσμια παραγωγή: 7 εκατομμύρια τόνοι

Στην Ελλάδα: 4.500 κιλά

Κυριότερες περιοχής παραγωγής είναι: Καβάλα, Ξάνθη, Γρεβενά, Λάρισα, Φθιώτιδα, Βοιωτία, Αιτωλοακαρνανία

ΚΟΥΚΙΑ

Μετά τα φασόλια, τα μπιζέλια και τα ρεβίθια έρχονται τα κουκιά, τα οποία παγκοσμίως καλλιεργούνται σε έκταση 50 εκατομμυρίων στρεμμάτων, με συνολική παραγωγή 6 εκατομμύρια τόνους. Τα κουκιά άρχισαν να καλλιεργούνται από τον άνθρωπο περί το 3000 π.Χ., με κέντρο την Εγγύς Ανατολή, και στη συνέχεια απλώθηκαν στην Ευρώπη, τη Βόρεια Αφρική, την Ινδία, την Αιθιοπία και το Αφγανιστάν. Στην Ελλάδα για τα κουκιά οι πρώτες αναφορές γίνονται από τον Ομηρο. Στη χώρα μας τα κουκιά μπορούν να αναπτυχθούν παντού. Στις περιοχές με ήπιο χειμώνα η σπορά γίνεται (με το χέρι ή σπαρτική μηχανή) το φθινόπωρο, ενώ σε περιοχές με βαρύ χειμώνα την άνοιξη. Το πλεονέκτημα των φθινοπωρινών καλλιεργειών είναι ότι δεν χρειάζονται ιδιαίτερες φροντίδες και, κυρίως, δεν χρειάζονται πότισμα. Η καλλιέργεια γίνεται και σε φτωχά εδάφη, όπου, όμως, υπάρχει υγρασία, ενώ τα πλέον κατάλληλα είναι τα αργιλώδη και τα πηλώδη. Τα κουκιά, σε αντίθεση με άλλα ψυχανθή, βελτιώνουν τις αποδόσεις των χωραφιών, γι’ αυτό και προτιμούνται ως καλλιέργεια να προηγούνται αυτής του βαμβακιού, του καλαμποκιού και του ζαχαρότευτλου. Οι ανάγκες των κουκιών σε λίπανση είναι ελάχιστες. Χρειάζονται μόνο φώσφορο και κάλιο, περίπου 5 κιλά ανά στρέμμα, τα οποία ενσωματώνονται στο έδαφος κατά το όργωμα, που γίνεται με τον κλασικό τρόπο και μία μόνο φορά. Ανά στρέμμα απαιτούνται από 10 έως 15 κιλά σπόρου, ανάλογα με το μέγεθός του. Οταν πια δέσει ο καρπός, η συλλογή πρέπει να γίνουν πριν από το στάδιο της πλήρους ωρίμανσης. Σε περίπτωση που τα κουκιά προορίζονται για ζωοτροφή, συλλέγονται όταν οι λοβοί αρχίζουν να μαυρίζουν, ενώ η ενσίρωση πρέπει να γίνεται με την προσθήκη βίκου ή βρώμης. Η κατανάλωση των κουκιών έχει μεγάλη διατροφική αξία για τον άνθρωπο, εκτός από όσους είναι ευάλωτοι σε μια ασθένεια που λέγεται κυάμωση.

Τα πλεονεκτήματα

Τα μεγαλόσπερμα θεωρούνται ιδανική πρωτεϊνούχος τροφή για τον άνθρωπο.
Στη κτηνοτροφία μπορούν να αντικαταστήσουν την εισαγόμενη σόγια.
Βελτιώνουν σημαντικά την αποδοτικότητα όλων των εδαφών.
Είναι από τα βασικά φυτά χλωρής λίπανσης.
Είναι κατάλληλα για την παραγωγή χλωρής μάζας.
Η απόδοση μπορεί να φτάσει ως και τα 500 κιλά ανά στρέμμα.
Η παραγωγή στην Ελλάδα κυμαίνεται από 3.200 έως 3.400 τόνους.

ΛΑΘΟΥΡΙ Η ΦΑΒΑ

Σε όλο τον κόσμο έχουν καταγραφεί περί τα 200 είδη λαθουριού, αν και καλλιεργούνται πολύ λιγότερα. Η ιστορία του αρχίζει από την Αιθιοπία, από όπου η καλλιεργειά του επεκτάθηκε σε Ινδία και Ρωσία, στις χώρες της Νοτιοδυτικής Ασίας, στις ΗΠΑ και στις μεσογειακές χώρες, ως τροφή για τον άνθρωπο αλλά και για τα ζώα. Στην Ελλάδα καλλιεργούνται σε λίγες εκτάσεις και μόνο για την παραγωγή φάβας, στη Σαντορίνη και στις Καρυές Λευκάδας, με μέση στρεμματική απόδοση 300 κιλά.

ΜΠΙΖΕΛΙ

Απαιτεί λίγα, δίνει πολλά

Το μπιζέλι καλλιεργείται για βρώση από τον άνθρωπο αλλά και για κτηνοτροφή. Είναι σημαντικό φυτό και στις δύο περιπτώσεις, αφού ο σπόρος του είναι πλούσιος σε πρωτεϊνες (ανήκει στα πρωτεϊνούχα ψυχανθή) και πολύ φτωχός σε λιπαρές ουσίες. Επειδή ανήκει στα ψυχανθή, δεν έχει ανάγκη από αζωτούχα λιπάσματα και λιπαίνεται με πολύ μικρές ποσότητες, ενώ συγχρόνως «ξεκουράζει» το έδαφος την εποχή που καλλιεργείται, με ιδιαίτερα ευεργετικές επιπτώσεις για την ποσότητα της παραγωγής του φυτού που θα το ακολουθήσει στο χωράφι. Είναι καλό, όμως, να ξεκαθαρίσουμε εξαρχής ότι το μπιζέλι είναι ένα φυτό που μπορεί να δώσει ένα ικανοποιητικό εισόδημα στον παραγωγό, λαμβανομένων υπόψη των κλιματολογικών και εδαφολογικών του απαιτήσεων, των αναγκών του σε καλλιεργητικές φροντίδες και της ζήτησής του από την αγορά. Δεν έχει ιδιαίτερες κλιματολογικές και εδαφολογικές απαιτήσεις, οι απαραίτητες καλλιεργητικές φροντίδες είναι περιορισμένες (χαμηλό κόστος παραγωγής) και η ζήτησή του από την αγορά καλή. Οι στρεμματικές του αποδόσεις είναι επίσης καλές, ακόμα και σε χαμηλής ποιότητας εδάφη, και η τιμή διάθεσής του αξιοπρεπής.

ΒΡΩΣΙΜΟ ΚΑΙ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΟ

Οι περισσότερες από τις πολλές ποικιλίες του βρώσιμου μπιζελιού έχουν λοβούς (το μέρος του φυτού στο οποίο δημιουργούνται οι σπόροι) με περίβλημα σκληρό και σπόρους που τρώγονται ξεροί, όπως τα όσπρια, ή χλωροί, σε κονσέρβα ή διατηρημένοι σε ψύξη, όπως είναι ο αρακάς. Οι υπόλοιπες ποκιλίες του βρώσιμου μπιζελιού έχουν λοβούς με περίβλημα τρυφερό, ώστε να τρώγονται ολόκληροι, όπως είναι τα γνωστά ζαχαρομπίζελα (γλυκά σπέρματα και ζαρωμένα) ή τα λόπια μπιζέλια (γλυκά σπέρματα, λεία).

Αλλα διακριτικά γνωρίσματα μεταξύ αρακά και μπιζελιού (τόσο ζαχαρομπίζελων όσο και λόπιων μπιζελιών) είναι ότι στον αρακά οι λοβοί είναι κυλινδρικοί, με σπόρους τοποθετημένους πυκνά μέσα στο λοβό, ενώ τα μπιζέλια έχουν πλατείς λοβούς, με τους σπόρους τοποθετημένους αραιά.

Οι ποικιλίες του βρώσιμου μπιζελιού ξεχωρίζουν πολύ δύσκολα από τις ποκιλίες του κτηνοτροφικού μπιζελιού (κυρίως από το χρώμα των λουλουδιών).

Το μπιζέλι γενικά είναι φυτό που επηρεάζεται από τις υψηλές θερμοκρασίες (οι υψηλές θερμοκρασίες ζημιώνουν το φυτό την εποχή της άνθησης και όταν σχηματίζονται οι λοβοί) και γι’ αυτό προσαρμόζεται άριστα στις δροσερές περιοχές της γης, άρα και στις δροσερές περιοχές της χώρας μας. Αυτό σημαίνει ότι το μπιζέλι μπορεί να αξιοποιήσει άριστα τις ορεινές και ημιορεινές περιοχές της Ελλάδας, που έχουν δροσερό κλίμα και όπου οι παγετοί είναι μέτριοι. Στις νότιες και ζεστές περιοχές (Πελοπόννησος, Κρήτη, νησιά) σπέρνεται το φθινόπωρο (ελάχιστη θερμοκρασία φυτρώματος +5 βαθμοί Κελσίου), ενώ στις βόρειες, ψυχρές περιοχές (Μακεδονία,Θράκη) πρέπει να σπέρνεται νωρίς (πρώιμα) την άνοιξη.

Το φυτό μπορεί να καλλιεργηθεί σε όλους τους τύπους των εδαφών, από τα ελαφρά (αμμοπηλώδη) μέχρι τα βαριά (αργιλώδη). Τα πρώτα είναι κατάλληλα για πρώιμη παραγωγή (υψηλότερη τιμή διάθεσης), ενώ τα δεύτερα, υπό την προϋπόθεση ότι στραγγίζουν καλά και δεν νεροκρατούν, είναι τα πιο κατάλληλα για μεγάλες αποδόσεις.

Στα πολύ όξινα εδάφη, το μπιζέλι, όπως και τα περισσότερα καλλιεργούμενα φυτά, δεν αντέχει. Η βελτίωση των όξινων εδαφών γίνεται με την προσθήκη ασβεστίου.

Η σπορά του αρακά, ανάλογα με την ποικιλία και, κυρίως, το κλίμα της περιοχής, γίνεται από τα μέσα Ιουνίου έως νωρίς την άνοιξη. Στις δροσερές περιοχές και σε ποτιστικά χωράφια η σπορά μπορεί να γίνει τον Ιούνιο-Ιούλιο, οπότε η συγκομιδή πραγματοποιείται το φθινόπωρο.

Στις ζεστές περιοχές η σπορά γίνεται τον Σεπτέμβριο, τον Οκτώβριο ή τον Νοέμβριο (χωράφια ξηρικά) και στις ψυχρές περιοχές τον Φεβρουάριο ή τον Μάρτιο.

Η συγκομιδή του αρακά γίνεται όταν οι σπόροι του είναι ακόμα τρυφεροί και πλούσιοι σε ζάχαρα, δύο χαρακτηριστικά που προσδιορίζουν την ποιότητά του. Κατά τη συγκομιδή οι λοβοί πρέπει να είναι καλογεμισμένοι με τρυφερούς σπόρους και με το χρώμα τους να αλλάζει από το σκούρο στο ανοικτό πράσινο.

Τα γλυκομπίζελα συγκομίζονται προτού οι λοβοί χάσουν τη γλυκύτητά τους.

Το κτηνοτροφικό μπιζέλι καλλιεργείται για σανό, ενσίρωση, χλωρή νομή, χλωρή λίπανση και καρπό. Οταν προορίζεται για παραγωγή σανού, συνήθως καλλιεργείται μαζί με βρώμη, βρίζα ή κριθάρι (συγκαλλιέργεια) και δίνει καλής ποιότητας και υψηλής θρεπτικής αξίας ενσιρωμένη τροφή. Για την παραγωγή καρπού το κτηνοτροφικό μπιζέλι συγκομίζεται όταν οι λοβοί του έχουν ωριμάσει και προτού ξεραθούν τελείως, γιατί οι απώλειες από το τίναγμα των σπόρων μπορεί να είναι μεγάλες.

Για τη χώρα μας η καλλιέργεια του αρακά παρουσιάζει ενδιαφέρον, ιδιαίτερα σε χωράφια που δεν έχουν δυνατότητα να ποτιστούν και βρίσκονται σε ορεινές και ημιορεινές περιοχές, όπου άλλες καλλιέργειες είναι σίγουρο ότι θα δώσουν μικρότερο γεωργικό εισόδημα.

Ελληνικές ποικιλίες οσπρίων




0 Σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΣΧΟΛΙΑΣΕ ΚΑΙ ΜΕ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΒΙΝΤΕΟ
Αν θέλετε να δημοσιεύσετε ένα βίντεο youtube ή μια εικόνα στο σχόλιό σας, χρησιμοποιήστε (με αντιγραφή/επικόληση, copy/paste) το κωδικό: [img] ΒΑΛΕ ΣΥΝΔΕΣΜΟ ΕΙΚΟΝΑΣ ΕΔΩ [/img] για την ανάρτηση εικόνων και [youtube] ΒΑΛΕ ΣΥΝΔΕΣΜΟ YouTube-VIDEO ΕΔΩ [/youtube] για τα βίντεο YouTube
ΣΗΜ. Οι διαχειριστές του ΕΒ δεν φέρουν καμία απολύτως ευθύνη για τα σχόλια τρίτων σύμφωνα με όσα προβλέπονται στο άρθρο 13 του ΠΔ 131/2003.