powered by Surfing Waves

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2015

Βοήθημα σε Πολύτεκνες Αγρότισσες Μητέρες

Η Διοίκηση του ΟΓΑ ανακοινώνει ότι:
Την Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2015 θα καταβληθεί το χρηματικό βοήθημα ύψους 1.000 ευρώ σε 839 αγρότισσες πολύτεκνες μητέρες ασφαλισμένες στον ΟΓΑ, που δήλωσαν συμμετοχή στο Πρόγραμμα Παροχής Χρηματικών Βοηθημάτων σε 1.500 Πολύτεκνες Αγρότισσες Μητέρες, του Λογαριασμού Αγροτικής Εστίας (ΛΑΕ) του ΟΓΑ.
Υπενθυμίζεται ότι το Πρόγραμμα απευθυνόταν σε αγρότισσες πολύτεκνες μητέρες ασφαλισμένες στον Κλάδο Κύριας Ασφάλισης, ασφαλιστικά ενήμερες ή συνταξιούχους του ΟΓΑ, που έχουν γεννήσει τουλάχιστον 4 τέκνα, τα οποία είναι άγαμα, ηλικίας μέχρι 18 ετών ή μέχρι 24 ετών εφόσον σπουδάζουν στην Ελλάδα στην ανώτατη ή ανώτερη εκπαίδευση ή σε ινστιτούτα επαγγελματικής κατάρτισης (ΙΕΚ) ή είναι ανίκανα για εργασία σε ποσοστό 67% και άνω, ανεξαρτήτου ηλικίας.
Η Διοίκηση του ΟΓΑ επισημαίνει ότι και οι 839 αγρότισσες πολύτεκνες μητέρες που υπέβαλλαν αίτηση συμμετοχής στο εν λόγω πρόγραμμα, θα λάβουν από τον ΟΓΑ το χρηματικό βοήθημα των 1000 ευρώ, διότι οι αιτήσεις συμμετοχής δεν ξεπέρασαν τις 1.500.
Για περισσότερες πληροφορίες οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να επισκεφτούν την ιστοσελίδα του ΟΓΑ ( www . oga .gr) (Ηλεκτρονικές Υπηρεσίες ΟΓΑ/ Αγροτική Εστία /Κληρωθέντες Δικαιούχοι Προγραμμάτων Αγροτικής Εστίας) ή να επικοινωνήσουν στα τηλέφωνα 213-1519233, 213-1519310 του Κλάδου Αγροτικής Εστίας του ΟΓΑ.
ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΤΟΥ ΟΓΑ

Η νέα σύνθεση της σχολικής επιτροπής 2βάθμιας εκπαίδευσης του δήμου

Η νέα σχολική επιτροπή 2βάθμιας εκπαίδευσης  του Δήμου

Πρόεδρος :Σκομπρής Νικόλαος με αναπληρωτή του τον Βούλγαρη Αναστάσιο

Μέλη Δημοτικού Συμβουλίου( Πλειοψηφίας): Χαλιούλιας Ιωάννης με αναπληρωτή τον κ.Κουκουρίκο Ηλία

Μέλη Δημοτικού Συμβουλίου (Μειοψηφίας):Κωνσταντάκη-Φλώκου Σοφία και Παζάρας Βασίλειος με αναπληρωτές τους κ.κ Στεργίου Ιωάννη και Κανελλόπουλο Ιωάννη (αντίστοιχα)

Διευθυντής: Κατσάνος Ιωάννης με αναπληρωτή την κα Φορτοτήρα Ολυμπία

Διευθυντής: Παλάντζας Ιωάννης με αναπληρωτή την κα Λάττα Γεωργία

Διευθυντής: Αλεξίου Δημήτριος με αναπληρωτή την κ. Παπακωνσταντίνου Μαρία

Εκπρόσωπος Γονέων: Δρακοπούλου Παναγιώτα

Εκπρόσωπος Μαθητών: Μακρής Βασίλειος του Γεωργίου με αναπληρωτή τον Φράγκο Χρήστο του Γεωργίου

Σχολικές Επιτροπές

Η ουσιαστική συμμετοχή των ΟΤΑ στη διοίκηση των Σχολικών μονάδων και στη διαχείριση της σχολικής υποδομής θεσμοθετήθηκε με το Ν. 1566/85. Με τις διατάξεις του νόμου αυτού και με μεταγενέστερα νομοθετήματα κυρίως του 1990 και 1992 επήλθαν σημαντικές μεταβολές στο θεσμικό καθεστώς των Σχολείων:

1) Παραχωρήθηκε στους ΟΤΑ η κινητή και ακίνητη περιουσία των σχολείων,

2) Δημιουργήθηκαν οι Δημοτικές Επιτροπές Παιδείας ως φορείς σχεδιασμού της εκπαίδευσης σε τοπικό επίπεδο και ως όργανα λαϊκής συμμετοχής,

3) Συστάθηκαν οι Σχολικές Επιτροπές ως δημοτικά ή κοινοτικά νομικά πρόσωπα και ανέλαβαν τις διοικητικές και οικονομικές λειτουργίες των σχολικών μονάδων,

4) Μεταβιβάστηκε στους ΟΤΑ η αρμοδιότητα της συντήρησης και επισκευής των σχολικών κτιρίων και η κατανομή των πιστώσεων των λειτουργικών δαπανών των σχολείων.

Η νομαρχία ως αποκεντρωμένη διοίκηση συνέχιζε να παίζει ένα συντονιστικό και εποπτικό ρόλο σε οικονομικά και διοικητικά θέματα, ενώ παράλληλα μέσω των νομαρχιακών επιτροπών Παιδείας θα αναβάθμιζε τις διαδικασίες συμμετοχικού σχεδιασμού στο νόμο.

Οι δήμοι προχώρησαν σε συγχωνεύσεις σχολικών επιτροπών που άλλαξαν όμως το χαρακτήρα και τη λειτουργία τους. Παρατηρήθηκε το φαινόμενο ότι πολλοί δήμοι ανέλαβαν μέσω των υπηρεσιών τους, όχι μόνο έργα και προμήθειες των σχολικών επιτροπών αλλά κι ένα τμήμα των διαχειριστικών τους καθηκόντων. Άλλοι δήμοι αντί να επιχορηγούν και να στηρίζουν τις σχολικές επιτροπές αφαιρούσαν έσοδά τους, αφού δεν τους απέδιδαν τις επιχορηγήσεις από διάφορα προγράμματα (ΣΑΤΑ – ΚΑΠ – ΕΣΠΑ) και τα χρησιμοποιούσαν για κάλυψη άλλων αναγκών του δήμου. Έτσι δεν υπήρχε μια ενιαία αντιμετώπιση των οικονομικών θεμάτων από τις Σχολικές Επιτροπές. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μην είναι σαφές, με βάση τους απολογισμούς των σχολικών επιτροπών το συνολικό κόστος των σχολικών μονάδων. Αν μάλιστα υπολογιστεί ότι το κόστος του εκπαιδευτικού και διοικητικού προσωπικού και τα έξοδα πολλών εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων καλυπτόταν άμεσα από το Υπουργείο Παιδείας και οι εξοπλισμοί από τον ΟΣΚ, τότε είναι σαφές ότι κανένας δεν γνωρίζει το συνολικό κόστος ενός σχολείου στη χώρα μας, όχι μόνο σε ότι αφορά τη λειτουργία και τη συντήρησή του, αλλά και το κόστος του ανθρώπινου δυναμικού και της εκπαιδευτικής διαδικασίας.

Με το Ν. 3852/2010 «Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης – πρόγραμμα Καλλικράτης» οι σχολικές επιτροπές συγχωνεύονται σε δυο νομικά πρόσωπα. Ένα για τις σχολικές μονάδες της Πρωτοβάθμιας κι ένα για τις σχολικές μονάδες της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Με απόφαση κάθε Σχολικής Επιτροπής θα λειτουργεί για κάθε σχολείο ή σχολικό συγκρότημα «Συμβούλιο Σχολικής Κοινότητας».

Για να λειτουργήσουν όμως ομαλά οι σχολικές μονάδες θα πρέπει:

• Να εκδοθεί, το συντομότερο δυνατό, κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Παιδείας που να καθορίζει σαφέστατα τις αρμοδιότητες των Επιτροπών Παιδείας, των Σχολικών Επιτροπών και των Συμβουλίων Σχολικής Κοινότητας.

• Να εκδοθεί επίσης εγκύκλιος σχετική με το σύστημα κατανομής των πιστώσεων για τις επισκευές – συντηρήσεις των σχολικών κτιρίων και τον τρόπο παρακολούθησης των αντίστοιχων έργων.

• Να αυξηθούν τα χρηματικά όρια των δαπανών, που ανατίθενται χωρίς διαγωνισμό από τους Διευθυντές των Σχολείων και των Διοικητικών Συμβουλίων για να καλύπτονται άμεσα έκτακτα προβλήματα που ανακύπτουν.

• Οι επεκτάσεις, αναβαθμίσεις, μετατροπές και άλλες επισκευές – συντηρήσεις να γίνονται από την Τεχνική Υπηρεσία κάθε Δήμου.

• Οι προμήθειες εξοπλισμών και εκπαιδευτικού υλικού να μεταφερθούν στους ΟΤΑ.

• Οι ΟΤΑ να μεριμνήσουν για την εξεύρεση οικοπεδικών εκτάσεων και την απαλλοτρίωσή τους για την ανέγερση νέων διδακτηρίων που να πληρούν τις νέες εκπαιδευτικές και κοινωνικές ανάγκες.

• Σε κάθε ΟΤΑ να δημιουργηθεί Γραφείο Παιδείας με αντικείμενο την υποστήριξη των Επιτροπών Παιδείας και των σχολικών επιτροπών και να απαλλαγούν από τα καθήκοντα Γραμματέα - Ταμία των Σχολικών Επιτροπών οι Διευθυντές των Σχολείων, οι οποίοι διαθέτουν τον περισσότερο χρόνο σ’ αυτή την εξωδιδακτική εργασία παρά σ’ αυτόν που απαιτεί η άσκηση των διευθυντικών τους καθηκόντων στη σχολική μονάδα.



Λειτουργία Σχολικών Επιτροπών ΦΕΚ 318/2011 - Αριθμ.8440

Ένοπλη ληστεία στα ΕΛΤΑ στη Λίμνη Ευβοίας





Ήταν 07:40 το πρωί της Δευτέρας όταν οι εργαζόμενοι στα ΕΛ.ΤΑ της Λίμνης Εύβοιας είδαν δύο μεταμφιεσμένους άνδρες να εισβάλουν στο υποκατάστημα και με όπλα στα χέρια να ζητούν τα χρήματα που υπήρχαν στο ταμείο.

Ο ένας απο τους ληστές φορούσε μαντήλι, μάσκα και γυαλιά ηλίου ενώ ο δεύτερος, είχε μεταμφιεστεί με περούκα και γυαλιά ηλίου για να μην φαίνονται τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Οι δύο άνδρες προέταξαν πάνω από τους τους εμβρόντητους υπαλλήλους δύο πιστόλια και κατάφεραν να αφαιρέσουν από τα ταμεία 1.000 ευρώ.

Οι δράστες διέφυγαν από το σημείο με τα πόδια και αστυνομικοί εκτιμούν πως είχαν και συνεργό που τους περίμενε με αυτοκίνητο σε κοντινή απόσταση.

Παρά τις έρευνες που έγιναν δεν εντοπίστηκαν.

Διενεργούνται εκτεταμένες αναζητήσεις, στην ευρύτερη περιοχή, για τον εντοπισμό και την σύλληψη των δραστών, ενώ την προανάκριση, για την υπόθεση, ανέλαβε το Τμήμα Ασφαλείας Χαλκίδας.


Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2015

Αναβλήθηκε απόψε το Δημοτικό Συμβούλιο πού θα συζητούσε για 3η φορά τον προϋπολογισμό

Επανενεργοποίηση του θεσμού του «Αγροτικού των Γεωτεχνικών» ζητά η ΕΝΠΕ


Την επανενεργοποίηση του θεσμού του «Αγροτικού των Γεωτεχνικών», της ετήσιας δηλαδή πρακτικής άσκησης των γεωτεχνικών, ζητά ο πρόεδρος της Ένωσης Περιφερειών Ελλάδας Κ. Αγοραστός, με επιστολή του προς τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων κ. Νικόλαο Στουπή. Η έλλειψη εργαζομένων συγκεκριμένων ειδικοτήτων, όπως και των γεοπόνων, κτηνιάτρων αλλά και το πάγωμα των προσλήψεων καθιστούν το πρόβλημα εντονότερο στις Οργανικές Μονάδες των Περιφερειών της χώρας, τονίζει ο κ. Αγοραστός.
«Το πρόβλημα της έλλειψης γεωτεχνικών υπαλλήλων, υπογραμμίζει καθίσταται εντονότερο σήμερα γιατί εκτός των συμβουλευτικών και ενημερωτικών υπηρεσιών που προσφέρουν στους αγρότες, της συμμετοχής τους σε πολλές επιτροπές εξέτασης αγροτικών και αγροδιατροφικών θεμάτων και της μεγάλης συμβολής τους στην υλοποίηση προγραμμάτων ενίσχυσης των παραγωγών, οι εν λόγω υπάλληλοι αναμένεται να επιφορτιστούν με την υλοποίηση του 80% του είδους των μέτρων και δράσεων, που αντιστοιχούν σε ποσοστό άνω του 35% των πιστώσεων, του Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης 2014-2020, στο οποίο θα υπάρχει και ρήτρα ανάκλησης των εκχωρούμενων πιστώσεων αν η Περιφέρεια δεν μπορέσει να διαχειριστεί και να υλοποιήσει τις δράσεις αυτές.
Στην επιστολή ο κ. Αγοραστός αναφέρει τα εξής:
Αξιότιμε κ. Γενικέ,
Είναι γνωστή σε όλους η μεγάλη μείωση προσωπικού στις Υπηρεσίες του Δημόσιου Τομέα. Το φαινόμενο αυτό παρουσιάζεται εντονότερο στις Οργανικές Μονάδες των Περιφερειών της χώρας, όπου η έλλειψη εργαζομένων συγκεκριμένων ειδικοτήτων προκαλεί προβλήματα δυσλειτουργίας με αποτέλεσμα την πλημμελή εξυπηρέτηση των πολιτών και τη μειωμένη απόδοση έργου σε πολλούς τομείς της διοίκησης.
Οι περισσότερες Περιφέρειες της χώρας, χαρακτηρίζονται από την έντονη παρουσία του αγροτικού τομέα σε όλες τις μορφές του, Πρωτογενής (παραγωγή), Δευτερογενής (μεταποίηση) και Τριτογενής (μεταφορές, εμπορία), ο οποίος επηρεάζει κατά μεγάλο βαθμό την κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη της Περιφέρειας. Η σωστή λειτουργία των οργανικών μονάδων του αγροτικού τομέα της Περιφέρειας είναι επομένως επιτακτική ανάγκη. Δυστυχώς όμως, η αποψίλωση των υπηρεσιών αυτών σε προσωπικό ήταν δραματική την τελευταία τριετία αφού τα 1/2 των Γεωτεχνικών υπαλλήλων, κυρίως Γεωπόνοι και Κτηνίατροι, αποχώρησαν λόγω συνταξιοδότησης χωρίς να αντικατασταθούν. Ο θεσμός των συμβασιούχων γεωτεχνικών υπαλλήλων 5μηνης διάρκειας, που εφαρμόστηκε τους προηγούμενους μήνες, δεν απέδωσε τα αναμενόμενα αποτελέσματα αφού αφενός ο χρόνος ενημέρωσης και προσφοράς έργου των υπαλλήλων αυτών ήταν περιορισμένος και αφετέρου η χρονική διάρκεια απασχόλησής τους συνέπεσε με τη χειμερινή περίοδο με αποτέλεσμα να μην καλυφθούν οι υπηρεσιακές ανάγκες κατά τους κρίσιμους μήνες της καλλιεργητικής περιόδου. Το πρόβλημα της έλλειψης γεωτεχνικών υπαλλήλων καθίσταται εντονότερο σήμερα γιατί εκτός των συμβουλευτικών και ενημερωτικών υπηρεσιών που προσφέρουν στους αγρότες, της συμμετοχής τους σε πολλές επιτροπές εξέτασης αγροτικών και αγροδιατροφικών θεμάτων και της μεγάλης συμβολής τους στην υλοποίηση προγραμμάτων ενίσχυσης των παραγωγών, οι εν λόγω υπάλληλοι αναμένεται να επιφορτιστούν με την υλοποίηση του 80% του είδους των μέτρων και δράσεων, που αντιστοιχούν σε ποσοστό άνω του 35% των πιστώσεων, του Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης 2014-2020, στο οποίο θα υπάρχει και ρήτρα ανάκλησης των εκχωρούμενων πιστώσεων αν η Περιφέρεια δεν μπορέσει να διαχειριστεί και να υλοποιήσει τις δράσεις αυτές.
Βάσει των ανωτέρω και με δεδομένο το πάγωμα των προσλήψεων στο δημόσιο, είμαστε αναγκασμένοι, να αναζητήσουμε λύσεις για την αύξηση του γεωτεχνικού προσωπικού στις Οργανικές Μονάδες των Περιφερειών μας, ώστε να καλυφθούν τα τεράστια υπάρχοντα κενά και να ασκήσουν αποτελεσματικά το έργο τους. Η σημαντικότερη από αυτές τις λύσεις αφορά την επανενεργοποίηση του «Αγροτικού των Γεωτεχνικών» ή αλλιώς της ετήσιας πρακτικής εξάσκησης πτυχιούχων γεωτεχνικών, ενός θεσμού με νομική υπόσταση αλλά αδρανοποιημένου από το έτος 2012, προφανώς λόγω έλλειψης των απαιτούμενων πιστώσεων.
Τι είναι ακριβώς το «Αγροτικό των Γεωτεχνικών»; Σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 4α του Ν.2538/97(ΦΕΚ242/Α), όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με το άρθρο 3 του Ν.2732/99, οι απόφοιτοι Κτηνίατροι, Γεωπόνοι και Ιχθυολόγοι μπορούν, ύστερα από αίτησή τους, να υπηρετήσουν για λόγους πρακτικής άσκησης, για ένα έτος και μετά την έκδοση σχετικής προκήρυξης, σε υπηρεσιακές μονάδες του πρώην Υπουργείου Γεωργίας (νυν Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος & Ενέργειας), όπως και στις υπηρεσιακές δομές του αγροτικού τομέα των Περιφερειών της χώρας. Η αίτηση υποβάλλεται σε αποκλειστική προθεσμία 3 ετών από την απόκτηση του βασικού ή μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών ή από την αναγνώριση της ισοτιμίας τίτλου σχολής της αλλοδαπής. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται για χρονικό διάστημα ίσο με τη διάρκεια παραμονής του υποψηφίου στις ένοπλες δυνάμεις προς εκπλήρωση υποχρεωτικής θητείας ή απόκτησης μεταπτυχιακού τίτλου. Η αμοιβή καθορίζεται με βάση τις διατάξεις για τη μισθοδοσία προσωπικού με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου. Ο αριθμός των θέσεων κατά ειδικότητα, η κατανομή τους κατά υπηρεσία, η επιλογή και η τοποθέτηση των ασκούμενων καθορίζονται με αποφάσεις των Υπουργών Εσωτερικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης & Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος & Ενέργειας, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης.
Όπως γίνεται αντιληπτό, στόχος του συγκεκριμένου θεσμού είναι η απόκτηση επαγγελματικής εμπειρίας από τους νέους πτυχιούχους γεωτεχνικούς αλλά και η στελέχωση των Υπηρεσιών στις οποίες απασχολούνται. Το «Αγροτικό των Γεωτεχνικών» λειτούργησε από το 1999 έως το 2012. Μάλιστα το 2012 υπήρξε προκήρυξη του τότε Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων για την πλήρωση 420 θέσεων από τους αποκτήσαντες πτυχίο από το έτος 2008 και μετά για τις ειδικότητες: Γεωπόνων, Κτηνιάτρων, Ιχθυολόγων, Γεωλόγων, Δασολόγων και Τεχνολόγων Γεωπονίας, αλλά δεν υλοποιήθηκε ποτέ. Έκτοτε δεν υπήρξε καμιά προσπάθεια ενεργοποίησης του θεσμού.
Στην παρούσα δυσμενή οικονομική κατάσταση της χώρας, ο αγροτικός τομέας αποτελεί τον κυριότερο άξονα ανάπτυξης των Περιφερειών, η πρόοδος του οποίου χωρίς την επιστημονική υποστήριξη των γεωτεχνικών υπαλλήλων είναι αδύνατον να πραγματοποιηθεί. Μπορούμε επομένως να εκμεταλλευτούμε τον υφιστάμενο θεσμό «Αγροτικό των Γεωτεχνικών».
Πέραν της παραπάνω δυνατότητας θα μπορούσαμε να διερευνήσουμε από κοινού τη δυνατότητα άμεσης συνεργασίας της ΕΝΠΕ, του Υπουργείου σας και των αρμόδιων τμημάτων των ΑΕΙ και ΤΕΙ της χώρας με στόχο την ένταξη του αγροτικού των γεωτεχνικών στα προγράμματα σπουδών τους με στόχο την επαγγελματική πρακτική εμπειρία των αποφοίτων τους. Η εφαρμογή της πρότασης αυτή θα μπορούσε να ενισχυθεί και με χρηματοδότηση από το νέο ΕΣΠΑ 2014-2020.»

Ρεκόρ απειλητικών μηνυμάτων




Το ΕΒ κατά καιρούς λαμβάνει απειλητικά  και εκφοβιστικά μηνύματα. Τις 3 τελευταίες ημέρες η συχνότητα τους και η ένταση τους κατά περίεργο τρόπο έχει αυξηθεί.

Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2015

Πρωτιά Μειμαράκη στο δήμο μας


Τα (ανεπίσημα) αποτελέσματα των εκλογών για την ανάδειξη του προέδρου της Νέας Δημοκρατίας στο Δήμο μας.

Εκλογικό Τμήμα  Λιμνης
 Μειμαράκης 54 
Μητσοτάκης 27 
Τζιτζικώστας 28 
Γεωργιάδης 5 


Εκλογικό Τμήμα Μαντουδίου
Μειμαράκης 44 
Μητσοτάκης 38
 Τζιτζικώστας 19 
Γεωργιάδης 7 


 Εκλογικό Τμήμα Αγια Άννα
 Μειμαράκης 40 
Μητσοτάκης 9 
Τζιτζικώστας 3 
Γεωργιάδης 3





Καθαρή πρωτιά για τον Βαγγέλη Μεϊμαράκη, προβάδισμα για τον Κυριάκο Μητσοτάκη έναντι του Απόστολου Τζιτζικώστα και 4ο τον Αδωνι Γεωργιάδη δείχνουν τα (ανεπίσημα) αποτελέσματα των εκλογών για την ανάδειξη του προέδρου της Νέας Δημοκρατίας.

Σύμφωνα με πληροφορίες της τηλεόρασης του ΣΚΑΙ, ο Μεϊμαράκης συγκεντρώνει 42%, ο Μητσοτάκης 30%, ο Τζιτζικώστας 23% και ο Γεωργιάδης 9%.

Αν επιβεβαιωθούν αυτά τα αποτελέσματα, τότε οι κύριοι Μεϊμαράκης και Μητσοτάκης θα κονταροχτυπηθούν στον Β' γύρο, με όλα τα αποτελέσματα ανοιχτά, καθώς ο κ. Γεωργιάδης έχει αφήσει να εννοηθεί ότι θα στηρίξει τον κ. Μητσοτάκη, ενώ αξίζει να επισημανθεί η σφοδρή προεκλογική κόντρα Μεϊμαράκη- Τζιτζικώστα, γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η ψηφοφόροι του περιφερειάρχη ενδέχεται να κινηθούν προς τον κ. Μητσοτάκη, στην πλειονότητα τους τουλάχιστον.

Νωρίτερα, σύμφωνα με πληροφορίες του Βήμα FM, στο 20% της Επικρατείας, με λίγα από τα εκλογικά τμήματα της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και της Πάτρας, ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης βρίσκεται στην πρώτη θέση με 40%, ενώ ακολουθούν με μικρή διαφορά ο Κυριάκος Μητσοτάκης (26%) και ο Απόστολος Τζιτζικώστας (25%). Τέταρτος ο Άδωνις Γεωργιάδης με 10%.

Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι στη βόρεια Ελλάδα Μεϊμαράκης και Τζιτζικώστας συγκεντρώνουν περίπου τα ίδια ποσοστά, ενώ ο Κυριάκος Μητσοτάκης εμφανίζεται ισχυρός στην Αθήνα. Πληροφορίες από τα εκλογικά τμήματα της Κρήτης αναφέρουν ότι προηγείται με βραχεία κεφαλή ο Κ. Μητσοτάκης του Β. Μεϊμαράκη.

Κύκλοι του Μητσοτάκη αναφέρουν: "Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι στο 30%. Η διαφορά είναι πολύ μικρότερη από αυτή που λέγεται και γράφεται. Πάμε στο Β´ γύρο και θα κερδίσουμε τη ΝΔ".

Στη δεύτερη θέση βρίσκεται ο Απόστολος Τζιτζικώστας, σύμφωνα με διαρροή από συνεργάτες του. Σύμφωνα με το Αθηναϊκό Πρακτορείο, από την καταμέτρηση των ψηφοδελτίων σε 197 εκλογικά τμήματα σε όλη την επικράτεια, ο Μεϊμαράκης συγκεντρώνει 16.500 ψήφους, ο Τζιτζικώστας 10.650, ο Μητσοτάκης 8.400 και ο Γεωργιάδης 3.050.

Νωρίτερα, το Βήμα FM μετέδωσε ότι στο 7% της Επικρατείας, χωρίς όμως τα εκλογικά τμήματα της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και της Πάτρας, ο Μεϊμαράκης διατηρεί ευρύ προβάδισμα με 45%, ενώ ακολουθούν με μικρή διαφορά ο Μητσοτάκης (22%) και ο Τζιτζικώστας (20%). Τέταρτος ο Γεωργιάδης με 10%.

Σε 10.531 ψηφοδέλτια που έχουν καταμετρηθεί:

Μεϊμαράκης: 4.968 (47,4%)
Μητσοτάκης: 2.514 (23,99%)
Τζιτζικώστας: 2.378 (22,69%)
Γεωργιάδης: 621 (5,93%)

Κρίσιμος θεωρείται ο αριθμός όσων ψήφισαν στη διαδικασία. Από αυτόν δεν αποκλείεται να κριθεί σε μεγάλο βαθμό αν ο νέος πρόεδρος θα εκλεγεί από σήμερα ή θα χρειαστεί και δεύτερος γύρος, την επόμενη Κυριακή.

Πιο πιθανό πάντως είναι να χρειαστεί δεύτερος γύρος για το ξεκαθάρισμα των λογαριασμών των δύο πρώτων, όπου θα παίξουν ρόλο οι σχέσεις μεταξύ των υποψηφίων, η στάση του τρίτου και του τέταρτου οι οποίοι θα ολοκληρώσουν απόψε τον αγώνα τους, καθώς και το ποιοι από αυτούς που ψηφίζουν σήμερα, θα ψηφίσουν και τον δεύτερο γύρο, στις 10 Ιανουαρίου.

Οι μόνοι από τους υποψηφίους που φαίνονται κοντά μεταξύ τους είναι οι Μητσοτάκης και Γεωργιάδης, οι οποίοι ήταν οι μόνοι που δεν είχαν μεταξύ τους αντιπαραθέσεις κατά την προεκλογική περίοδο. Εάν ένας από αυτούς περάσει στο δεύτερο γύρο, θεωρείται δεδομένο ότι θα έχει τη στήριξη του άλλου.

Εάν περάσουν οι Μεϊμαράκης και Τζιτζικώστας, ο Μητσοτάκης αποφεύγει -τουλάχιστον προς ώρας- να πάρει θέση για τη στάση του, αν και, σύμφωνα με εκτιμήσεις, βρίσκεται πιο κοντά στον πρώην πρόεδρο, παρά στον Περιφερειάρχη Κεντρικής Μακεδονίας.

Από την πλευρά του, ο Γεωργιάδης, μολονότι δεν ανακοινώνει εκ των προτέρων τη στάση του σε πρόσφατη συνέντευξή του, χαρακτήρισε "πολύ κρίσιμο ο αρχηγός να είναι κοινοβουλευτικός".

Εφόσον ο Μητσοτάκης είναι αυτός που πάρει ένα από τα δύο εισιτήρια για τον Β' γύρο, εκτός από τη σύμπλευση με τον κ. Γεωργιάδη, δεν αποκλείεται να έχει και τη στήριξη και του άλλου υποψηφίου που θα μείνει εκτός δεύτερου γύρου.

Ήδη ο Μεϊμαράκης έχει δηλώσει πως στην περίπτωση που θα είναι δεύτερος θα αποσυρθεί και θα στηρίξει τον κ. Μητσοτάκη.

Τοπική ανάπτυξη και ειδικά ζητήματα χωροταξικού σχεδιασμού: η περίπτωση της Σύρου


#ΛΕΙΒΑΔΑΡΑΣ ΝΙΚΟΣ, Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας και Ανάπτυξης Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Τα ζητήματα της τοπικής ανάπτυξης, του προγραμματισμού και του σχεδιασμού του χώρου εμφανίζονται ιδιαιτέρως κρίσιμα, σε μία δύσκολη χρονική καμπή για το σύνολο της χώρας. Ο αναπτυξιακός προγραμματισμός και ο χωροταξικός σχεδιασμός πρέπει να εστιάζουν στις προκλήσεις της εποχής και στις ιδιαιτερότητες της κάθε περιοχής.
Πολλές φορές, όταν μελετώνται οι αναπτυξιακές προοπτικές μίας περιοχής δεν λαμβάνονται σοβαρά υπόψη οι ιδιαιτερότητες του χώρου (περιβαλλοντικές πιέσεις, χρήσεις γης, χωροταξικά δεδομένα περιοχής, ανάγκες και επιθυμίες των κατοίκων κλπ), παρά μόνο με ποιους τρόπους μπορεί να επιτευχθεί η ανάπτυξη διαφόρων οικονομικών μεγεθών. Ακόμη, σε αρκετές περιπτώσεις παραγκωνίζεται ο απώτερος στόχος της ανάπτυξης, που δεν είναι άλλος από τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των κατοίκων μίας συγκεκριμένης περιοχής.
Σκοπός του κειμένου είναι να παρουσιαστούν τρόποι προώθησης της τοπικής ανάπτυξης μέσω της ενεργοποίησης των τοπικών φορέων και του τοπικού πληθυσμού, προσμετρώντας τις ιδιαιτερότητες (χωρικές, δημογραφικές, οικονομικές κ.α) ενός συγκεκριμένου τόπου και αξιοποιώντας νέα τεχνολογικά εργαλεία. Ως παράδειγμα εφαρμογής ορίζεται η νήσος Σύρος και η πόλη της, Ερμούπολη· πρωτεύουσα των Κυκλάδων και της περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου.
Η ανάλυση της περιοχής μελέτης επικεντρώνεται στην ιστορία του τόπου, σε δημογραφικά δεδομένα, στα κοινωνικοοικονομικά χαρακτηριστικά και σε χωροταξικά δεδομένα. Αυτά αφορούν το φαινόμενο της νησιωτικότητας, τις περιβαλλοντικές πιέσεις (βιομηχανικά απόβλητα ναυπηγείου, χώροι υπό καθεστώς προστασίας, περιοχή Natura), το φυσικό περιβάλλον, τις χρήσεις γης, τη θαλάσσια χωροταξία αλλά και πολεοδομικά δεδομένα του ξεχωριστού αστικού ιστού της πόλης (κτίρια νεοκλασικής αρχιτεκτονικής, πολιτιστικό απόθεμα, ιστορικοί οικισμοί). Επίσης, μελετώνται ζητήματα μεταφορικών συνδέσεων.

Στη συνέχεια παρουσιάζονται κατευθύνσεις οικονομικής ανάπτυξης και χωρικού σχεδιασμού τόσο του αστικού όσο και του φυσικού και θαλάσσιου περιβάλλοντος της περιοχής. Οι προτάσεις στοχεύουν στην ισόρροπη και βιώσιμη ανάπτυξη, στη προώθηση εναλλακτικών μορφών τουρισμού, στην προβολή του πολιτιστικού αποθέματος, στην ενθάρρυνση της καινοτομίας και της επιχειρηματικότητας μέσω νέων τεχνολογιών, σε δράσεις προστασίας του περιβάλλοντος και αποτελεσματικών παρεμβάσεων στον αστικό ιστό της πόλης. Το κείμενο συνοδεύεται από χαρτογραφικό υλικό για την οπτικοποίση των χωρικών δεδομένων και την καλύτερη κατανόηση των προτάσεων (ΣΓΠ).
Εν κατακλείδι, η παρούσα εργασία καταλήγει στη διατύπωση συγκεκριμένων προτάσεων υλοποίησης τοπικού αναπτυξιακού προγραμματισμού λαμβάνοντας υπόψη τις τοπικές ανάγκες και τις χωρικές ιδιαιτερότητες, υιοθετώντας παράλληλα τις αρχές του εθνικού και ευρωπαϊκού προγραμματισμού της τρέχουσας προγραμματικής περιόδου.


1. Εισαγωγή
Σύμφωνα με τους Παπαδασκαλόπουλο και Χριστοφάκη (2009), ο σχεδιασμός είναι η διατύπωση συγκεκριμένης στρατηγικής για μία περιοχή, ενώ ο αναπτυξιακός προγραμματισμός είναι η εφαρμογή του σχεδιασμού μέσω δομών και δράσεων. Ωστόσο, στην ξενόγλωσση βιβλιογραφία χρησιμοποιείται ευρέως ο όρος «planning» που εμπεριέχει τις πτυχές και τις παραμέτρους τόσο του σχεδιασμού όσο και του προγραμματισμού. Ο όρος αυτός υποδηλώνεται είτε με την εκπόνηση ενός σχεδίου είτε μέσω ενός προγράμματος (Γιαουτζή, Στρατηγέα, 2011).
Όσον αφορά τώρα, τον αναπτυξιακό προγραμματισμό μίας συγκεκριμένης περιοχής (πχ ενός δήμου στην περίπτωση της Ελλάδας), τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρείται μία τάση προς την ώθηση της τοπικής ανάπτυξης. Αυτή στοχεύει στην επίτευξη οικονομικής μεγέθυνσης και βελτίωσης του επιπέδου διαβίωσης των κατοίκων μίας συγκεκριμένης χωρικής οντότητας, με την παράλληλη διατήρηση του τοπικού πληθυσμού (Χριστοφάκης, 2001). Αξιοποιεί τα συγκριτικά πλεονέκτημα ενός τόπου, προωθεί τη συνεργασία μεταξύ τοπικών φορέων, απαιτεί τη συμμετοχή και την ενεργό δράση του τοπικού πληθυσμού, ως εναλλακτικός τρόπος διακυβέρνησης, «από κάτω προς πάνω» γνωστος ως Bottom Up (Coffey and Polese, 1985 και Stohr and Taylor 1981).

Αναμφίβολα, διαπιστώνεται πως οι έννειες του σχεδιασμού, του αναπτυξιακού προγραμματισμού και της τοπικής ανάπτυξης, αποκτούν ιδιαίτερη σημασία στη σημερινή πραγματικότητα, λόγω της οικονομικής κρίσης στη χώρα. Οι ορθολογικές και διαφανείς διαδικασίες στον τοπικό προγραμματισμό χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής. Έτσι, στην παρούσα εργασία, γίνεται μια προσπάθεια προώθησης των όρων που περιγράφησαν προηγουμένως, θίγοντας ταυτόχρονα ζητήματα χωροταξικής οργάνωσης και πολεοδομικού σχεδιασμού.

Περιοχή μελέτης της εργασίας είναι η νήσος Σύρος. Στην δεύτερη ενότητα της εργασίας πραγματοποιείται η ανάλυση της περιοχής ανάφοράς. Η ανάλυση επικεντώνεται σε σημαντικά ιστορικά στοιχεία του νησιού, σε ζητήματα νησιωτικότητας, στην περιγραφή των χωροταξικών δεδομένων του συνόλου του εξωαστικού χώρου αλλά και στην πολεοδομία της πόλης της Σύρου, της Ερμούπολης. Γίνεται, ακόμη, αναφορά στην τοπική οικονομία, με συνοπτική ανάλυση των παραγωγικών δραστηριότητων της περιοχής αναφοράς.
Στη συνέχεια της παρούσας εργασίας, παρουσιάζονται προτάσεις για τη βελτίωση τόσο χωροταξικών ζητημάτων όσο και προώθηση της βιώσιμης και ισόρροπης ανάπτυξης στη Σύρο, με την αξιοποίηση μεθόδων τοπικής ανάπτυξης.

Η εργασία ολοκληρώνεται με την εξαγωγή συμπερασμάτων αναφορικά με χωροταξικά, πολεοδομικά και αναπτυξιακά ζητήματα της περιοχής μελέτης, παρουσίαζοντας ένα ολοκληρωμένο αλλά συνοπτικό σχέδιο που υπακούει στις αρχές του σχεδιασμού, του προγραμματισμού, των κατευθύνσεων του Νέου ΕΣΠΑ (2014-2020) και τις ευρωπαϊκές επιδιώξεις, υπό το πρίσμα της τοπικής-ενδογενούς ανάπτυξης.




2. Ανάλυση περιοχής μελέτης
Η Σύρος ανήκει στο νησιωτικό σύμπλεγμα των Κυκλάδων και εντάσσεται στην περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου. Η Ερμούπολη, η πόλη της Σύρου, είναι πρωτεύουσα της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου, των Κυκλάδων και του ενιαίου Δήμου Σύρου - Ερμούπολης. Ο Δήμος Σύρου -Ερμούπολης είναι αστικός παρέχοντας διοικητικές και άλλων ειδών υπηρεσίες (υγείας, κοινωνικής πρόνοιας, εκπαίδευσης αθλητισμού) στους κατοίκους του (Δίκτυο Αειφόρων Νήσων - Δάφνη, 2006).
Η γεωγραφική θέση της Σύρου στις Κυκλάδες μπορεί να χαρακτηριστεί ως κεντρική και σε σχετική κοντινή απόσταση από το λιμάνι του Πειραιά, που την συνδέει με την υπόλοιπη ηπειρωτική χώρα. Κατέχει την 11η θέση σε μέγεθος ανάμεσα στα νησιά των Κυκλάδων, ενώ είναι το μεγαλύτερο σε πληθυσμό νησί με 21.507 κατοίκους (Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Δήμου Σύρου -Ερμούπολης 2012-2014, ΕΛ.ΣΤΑΤ 2011).
Χάρτης 1: Χωροταξική ένταξη της Σύρου στην Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου




Πηγή: Ιδία επεξεργασία, υπόβαθρο: http://geodata.gov.gr/maps/


2.1 Η ιστορία της Σύρου
Ιστορικά η Σύρος, δεν γνώρισε την τουρκοκρατία καθώς βρισκόταν υπό ένα ιδιαίτερο καθεστώς (που θύμιζε φέουδο) λόγω των αποικιών Βενετών και Γάλλων. Αποτέλεσε καταφύγιο για τους προσφυγικούς πληθυσμούς της Χίου, της Κάσου και των Ψαρών. Ο ερχομός των προσφύγων συνέβαλε στο μετασχηματισμό αφενός της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής σύνθεσης της περιοχής και αφετέρου της αποτύπωσής της στο χώρο, δηλαδή της χωροταξικής και οικιστικής δομής (www.hermoupolis.gr).
Στα μέσα του 19ου αιώνα, το λιμάνι της Σύρου αποτέλεσε σημαντικό κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου για την ανατολική Μεσόγειο. Οι κάτοικοι της Ερμούπολης επιδόθηκαν σε εμπορικές συναλλαγές υφασμάτων, μεταξιού, δερμάτων, και σιδερικών. Οι οικονομικές και παραγωγικές δραστηριότητες των κατοίκων δεν περιορίστηκαν στο εμπόριο, καθώς αναπτύχθηκε η μεταποίηση, η ναυτιλία και η ναυπηγική. Το 1861 ιδρύεται το ναυπηγείο της Σύρου που αποτελεί το παλαιότερο της Ελλάδας (Σαπουντζή, 2009). Αποτέλεσε την πρώτη «βαριά μεταποιητική - βιομηχανία» στην Ελλάδα και η ιστορία του είναι συνδεδεμένη με τις προσπάθειες οικονομικές ανασυγκρότησης του πρώιμου ελληνικού κράτους. Σημαντική χαρακτηρίζεται η ύπαρξη βιομηχανικής δραστηριότητας στο νησί και τα επόμενα χρόνια, με ξεχωριστή την κατεργασία δερμάτων στα βυρσοδεψεία της εποχής (Τραυλός, Κόκκου, 1980).
Η οικονομική ανάπτυξη του νησιού είχε θετικό αντίκτυπο και σε άλλους τομείς. Η ζωή στην πόλη ήταν ανεπτυγμένη κοινωνικά και πολιτιστικά. Απόρροια των παραπάνω είναι η δημιουργία χώρων για κοινωνικές παροχές «ευρωπαϊκού τύπου», πολιτισμού και ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής, όπως το θέατρο Απόλλων και άλλα. Τα παραπάνω μαρτυρούν πως εκείνην την εποχή εμφανίστηκε αστική τάξη στην Ερμούπολης της Σύρου (Σαπουντζή, 2009, Στεφάνου, 2003).


Χάρτης 2: Προσεγγιστική απεικόνιση της Ερμούπολης κατά τον 19ο αιώνα




Υπόβαθρο χάρτη: Google Earth, Πηγή: Ιδία επεξεργασία
Ο χάρτης 2 είναι μια προσπάθεια προσέγγισης της πόλης της Σύρου κατά τον 19ο αίωνα. Με πορτοκαλί χρώμα απεικονίζονται τα εργοστάσια της εποχής, με γαλάζια διαγράμμιση το ναυπηγείο στο λιμάνι, με κίτρινο χρώμα οι εμπορικές χρήσεις και με καφέ το ιστορικό κέντρο της Ερμούπολης. Το πράσινο χρώμα συμβολίζει τις κατ' εκτίμηση ανοικοδόμητες περιοχές, ενώ με έντονο μπλε αναπαριστάται ο χώρος διαμονής των αστών και με κόκκινο των εργατών.


2.2 Χωροταξική ανάλυση
Από μορφολογικής άποψης, το έδαφος του νησιού χαρακτηρίζεται πετρώδες και άγονο, με πολύ έντονο ανάγλυφο, χαμηλά βουνά, απότομες πλαγιές και στενές ρεματιές στο βόρειο τμήμα του. Το βόρειο μέρος του νησιού είναι ορεινό και άγονο, με το υψόμετρο να ανέρχεται από τα 300 έως τα 450 μέτρα. Εκεί εντοπίζονται κυρίως μικροί αγροτικοί και παραδοσιακοί οικισμοί. Οι περιοχές στο νότιο τμήμα του νησιού είναι πεδινές και εντοπίζονται μικρές εύφορες καλλιεργήσιμες κοιλάδες. Περιοχές με βλάστηση εντοπίζονται αποσπασματικά στην ενδοχώρα. Ακόμα, οι ακτές είναι πολυσχιδείς και σχηματίζουν σε αρκετά σημεία ασφαλείς όρμους (Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Δήμου Σύρου - Ερμούπολης 2012-2014, Δίκτυο Αειφόρων Νήσων Δάφνη).
Σε ότι αφορά τις χρήσεις και τις καλύψεις γης, παρατηρείται πως ο αστικός ιστός της Ερμούπολης καταλαμβάνει σημαντικό κομμάτι της επιφάνειας του νησιού, με σημαντική οικιστική επέκταση στο νότιο μέρος της πόλης. Στα δυτικά της πόλης εντοπίζονται χρήσεις γης που σχετίζονται με εξορυκτικές δραστηριότητες κυρίως μαρμάρων. Το βόρειο τμήμα, που είναι πιο ορεινό, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, καλύπτεται κυρίως από φυσικούς βοσκότοπους. Στο νότιο τμήμα του νησιού καθώς και στην ενδοχώρα, εντοπίζεται κυρίως γεωργική γη και υπάρχουν ακόμη σύνθετα συστήματα καλλιέργειας. Τέλος, συμπεραίνεται πως η εντονότερη (σκληροφυλλική) βλάστηση είναι διάσπαρτη κυρίως στην ενδοχώρα του νησιού. Αναλυτική παρουσίαση των χρήσεων γης για την περιοχής αναφοράς γίνεται στο χάρτη 3, που έπεται:
Χάρτης 3: Καλύψεις γης στη νήσο Σύρο




Πηγή: http://geodata.gov.gr/maps, υπόμνημα: Corine


Επιπλέον, τα κυριότερα χαρακτηριστικά του φυσικού και τεχνητού περιβάλλοντος του νησιού, συνοψίζονται στο χάρτη 4. Εντοπίζεται το οικιστικό και το οδικό δίκτυο. Παρατηρούμε την ύπαρξη προστατευόμενης περιοχής (περιοχή Natura), αρχαιολογικής περιοχής (Χαλανδριανή) και ανεμογεννητριών στο βόρειο τμήμα του νησιού, το λιμάνι της πόλης στα ανατολικά και άλλες χρήσεις όπως το μονάδα παραγωγής ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) και τον αερολιμένα λίγο έξω από τον αστικό ιστό της Ερμούπολης και το χώρο ΧΥΤΑ βόρεια της πόλης.


Χάρτης 4: Βασικά χαρακτηριστικά περιβάλλοντος και υποδομών στη Σύρο



Πηγή: Υπόβαθρο: openstreetmap, ιδία επεξεργασία


Σε αυτό το σημείο θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως συγκριτικά με τα υπόλοιπα νησιά των Κυκλάδων, η Σύρος έχει καλή προσπελασιμότητα και δημιουργεί οικονομικές και διοικητικές αλληλεξαρτήσεις προς τα νησιά αυτά (βλ χάρτη 5). Σαφώς και η νησιωτικότητα1, ως φαινόμενο, περιορίζει τις δραστηριότητες αλλά τα γειτονικά νησιά επηρεάζονται σε μεγαλύτερο βαθμό (Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Νοτίου Αιγαίου 2014-2020). Στο χάρτη 5 απεικονίζονται ακόμη θαλάσσιες συνδέσεις (κίτρινο χρώμα) ανάμεσα στον Πειραιά, την Σύρο, την Ρόδο και άλλα σημαντικά κέντρα όπως τα Χανιά, το Ηράκλειο και η Χίος και εξαρτήσεις στο εσωτερικό των Κυκλάδων (γαλάζιο χρώμα).
Χάρτης 5: Χάρτης λειτουργικών αλληλεξαρτήσεων







Πηγή- Ιδία Επεξεργασία


Σχετικά με τις μεταφορές, η θαλάσσια σύνδεση του νησιού με τα γειτονικά νησιά και τον Πειραιά υλοποιείται καθημερινά μέσω επιβατηγών πλοίων, με περισσότερα δρομολόγια κατά τη θερινή περίοδο λόγω τουριστικής κίνησης. Το αεροδρόμιο αξιοποιείται μέσω ενός ημερήσιο δρομολογίου από και προς τον διεθνή αερολιμένα της Αθήνας, Ελ. Βενιζέλο. Οι χερσαίες μεταφορές, τώρα, περιορίζονται κατ' ανάγκη σε τοπικό επίπεδο νησιού. Η σύνδεση εντός αστικού ιστού επιτυγχάνεται μέσω της δημόσιας αστικής συγκοινωνίας, ενώ προς το υπόλοιπο οικιστικό δίκτυο μέσω λεωφορείων (Επιχειρησιακό Σχέδιο Αγροτικής Ανάπτυξης 2014-2020, Δίκτυο Αειφόρων Νήσων - Δάφνη, 2006, www.ktel-syrou.gr).
Αναφορικά με τη λειτουργία των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, στο βόρειο τμήμα του νησιού είναι εγκατεστημένες αρκετές ανεμογεννήτριες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας συνδεδεμένες με το δίκτυο της ΔΕΗ (βλ χάρτη 4). Επιπρόσθετα, φωτοβολταϊκά συστήματα εντοπίζονται διάσπαρτα στο κεντρικό και νότιο τμήμα του νησιού, και ανήκουν σε ιδιώτες. Με βάση όμως τις ημέρες ηλιοφάνειας και την μέση ισχύ των ανέμων που επικρατούν, η Σύρος διαθέτει δυνατότητες για περαιτέρω εκμετάλλευση των ΑΠΕ. Ο δήμος μπορεί να αξιοποιήσει ευρωπαϊκά προγράμματα προώθησης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας· στρατηγική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης (European Commission, Inforegio).
Οι τεχνικές υποδομές και τα δίκτυα ύδρευσης, επεξεργασίας λυμάτων (μονάδες βιολογικού καθαρισμού) και στερεών αποβλήτων (ΧΥΤΑ) ανταποκρίνονται επαρκώς στις ανάγκες του τοπικού πληθυσμού (Δίκτυο Αειφόρων Νήσων - Δάφνη, 2006, Επιχειρησιακό Σχέδιο Αγροτικής Ανάπτυξης 2014-2020).
Τα περιβαλλοντικά προβλήματα που συναντώνται στο νησί, σχετίζονται με παραγόμενα λύματα και χρήση αμμοβολής από το ναυπηγείο καθώς και μείωση των θαλάσσιων οικοσυστημάτων, κυρίως, από την αλιεία (Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Δήμου Σύρου-Ερμούπολης 2012-2014). Αναφορικά με περιβαλλοντικές πιέσεις νησιωτικών και παράκτιων περιοχών, η Ευρωπαϊκή Ένωση προωθεί δράσεις διασφάλισης του φυσικού περιβάλλοντος, προάσπισης των οικοσυστημάτων και βιώσιμης ανάπτυξης των συγκεκριμένων περιοχών (European commission: maritime affairs, blue growth).


2.3 Η πολεοδομία της Ερμούπολης
Η πόλη του νησιού, Ερμούπολη, είναι μία αμφιθεατρικά κτισμένη και πυκνοδομημένη πόλη γύρω από το φυσικό λιμάνι του νησιού. Η μορφολογική κλίση της Ερμούπολης είναι ήπια κοντά στη θάλασσα και αυξάνεται στις πλαγιές των δύο λόφων που βρίσκονται εντός ορίων ΓΠΣ (Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Δήμου Σύρου - Ερμούπολης 2012-2014).






Η οικονομική ανάπτυξη που παρατηρήθηκε στην πόλη κατά τον 19ο αιώνα επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την αρχιτεκτονική των κτιρίων. Η οικονομική άνθιση ώθησε στην ανάπτυξη ενός ρυθμού αρχιτεκτονικής στην πόλη, του «ρομαντικού κλασικισμού, από την επιρροή δυτικών προτύπων. Χαρακτηριστικό της αρχιτεκτονικής της Ερμούπολης είναι η ποικιλία, αφού εντοπίζονται νεοκλασικά σπίτια, δημόσια κτίρια, εκκλησίες, εργοστάσια και αποθήκες (Αγριαντώνη, Φενερλή, 2000, Τραυλός, Κόκκου, 1980). Από το 2006 με απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού η Ερμούπολη χαρακτηρίζεται ως «Ιστορικός Τόπος».
Το 2002 το Ε.Μ.Π ερευνά την πολεοδομία και την αρχιτεκτονική της Ερμούπολης, και σήμερα ο δήμος διαθέτει ένα καινοτόμο μηχανισμό: το σύστημα Ψηφιακής Συλλογής και Διαχείρισης Ιστορικών Κτηρίων Ερμούπολης «HERMES» για την καταγραφή και την αξιοποίηση των νεοκλασικών κτιρίων της πόλης (Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Δήμου Σύρου Ερμούπολης 2012-2014).
Αν και πλέον είναι αναρτημένη στο διαδίκτυο η πολεοδομική μελέτη (εικ. 3) για την Ερμούπολη, προβάλλοντας διαδικασίες διαφάνειας και διαβούλευσης, η μελέτη αυτή δεν έχει ορίσει ζώνες χρήσεων γης (π.χ. καθαρά εμπορικές χρήσεις κατά μήκος του λιμανιού) και δεν θωρακίζει το ιστορικό κέντρο της πόλης, όπου συναντώνται τα σημαντικότερα κτίρια, όπως το Δημαρχείο, το Θέατρο Απόλλων και άλλα νεοκλασικά. Παρ' όλα αυτά, διέπεται από τις βασικές Αρχές του σχεδιασμού (συντελεστές δόμησης, κάλυψης) ενσωματώνοντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του αστικού τοπίου της Ερμούπολης, με σεβασμό στην κλίμακα και τον άνθρωπο (hermoupolis.gr/NewsMain/urban_study.aspx).


Εικόνα 3: Πολεοδομική Μελέτη Ερμούπολης





Ιδιαίτερο είναι το πρόβλημα στάθμευσης στην πόλη. Οι δημόσιοι χώροι στάθμευσης είναι περιορισμένοι και κατά την καλοκαιρινή περίοδο, το πρόβλημα αυτό εντείνεται. Για την αντιμετώπιση του έχουν παρθεί διάφορα μέτρα, όπως απαγόρευση διέλευσης αυτοκινήτων σε συγκεκριμένα οδικά τμήματα, πεζοδρομήσεις και έλεγχος της στάθμευσης μέσω πληρωμής στην περιοχή «Νησάκι», που εντοπίζεται στο τέλος του λιμένα και είναι ο μεγαλύτερος χώρος στάθμευσης για την πόλη (Κυκλοφοριακή Μελέτη Ερμούπολης).

Άλλοι σημαντικοί οικισμοί του νησιού, πέραν της Ερμούπολης, είναι αυτός της Άνω Σύρου και της Ποσειδωνίας. Ο οικισμός της Άνω Σύρου αποτελεί γνήσιο παράδειγμα μεσαιωνικού οικισμού. Η ρυμοτομία του παραδοσιακού αυτού οικισμού είναι ακτινωτή και προσαρμοσμένη στο φυσικό ανάγλυφο του χώρου. Ιδιαίτερο στοιχείο είναι η απουσία δρόμων στο εσωτερικό του οικισμού που χαρακτηρίζεται από το πυκνό δίκτυο πεζοδρόμων. Οι υψομετρικές καμπύλες του οικισμού της Άνω Σύρου καλύπτονται από τα στενά δρομάκια και από τα πολλά απότομα σκαλιά (Φιλότης, ΕΜΠ).

Ο οικισμός της Ποσειδωνίας προβάλλει το φυσικό τοπίο ως πλεονέκτημα έναντι στο πυκνά δομημένο αστικό περιβάλλον της Ερμούπολης, προσελκύοντας κυρίως κατοικίες παραθεριστικού τύπου. Τα περισσότερα σπίτια είναι παραδοσιακά αλλά εντοπίζονται και αξιόλογα νεοκλασικά κτίρια του 19ου αιώνα (Σαπουντζή, 2009).
Αρνητικό είναι το γεγονός πως το υπάρχων Γ.Π.Σ θεσπίστηκε πριν αρκετά χρονιά και δεν γνωρίζει τα χωροταξικά και αναπτυξιακά χαρακτηριστικά του νησιού των τελευταίων χρόνων, όπου η αστική διάχυση της πόλης εκτείνεται με μεταφορά επιχειρήσεων προς το νότιο εξωαστικό τμήμα της με άναρχη και ανεξέλεγκτη δόμηση (Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Δήμου Σύρου Ερμούπολης 2012-2014).

Σημαντικό κομμάτι κυρίως της Ερμούπολης αλλά και της Άνω Σύρου είναι η επαφή των οικισμών αυτών με τον πολιτισμό. Ιστορικά μνημεία, αρχαιολογικοί χώροι, μουσεία, λαϊκός πολιτισμός και πολιτιστικές εκδηλώσεις συνθέτουν το ιδιαίτερο πολιτισμικό προφίλ του Δήμου Σύρου - Ερμούπολης. Για τις πολιτιστικές εκδηλώσεις που λαμβάνουν χώρα στο νησί, αξιοποιούνται η κεντρική πλατεία «Μιαούλη», το πρώην λατομείο «Χώρος Πολιτισμού Μάνος Ελευθερίου» και οι στενοί γραφικοί δρομίσκοι της Άνω Σύρου (www.hermoupolis.gr, Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Δήμου Σύρου - Ερμούπολης 2012-2014). Η πολιτισμική παράδοση του τόπου σε συνδυασμό με την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική της πόλης, που αντανακλάται στα νεοκλασικά κτίρια, δικαιολογούν την υποψηφιότητα της Ερμούπολης για Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης για το έτος 2021 (Ιστότοπος Δήμου, www.syros2021.eu).


2.4 Τοπική οικονομία και αναπτυξιακές δραστηριότητες
Η τοπική οικονομία χαρακτηρίζεται από συμμετοχή από τους τρεις παραγωγικούς τομείς. Η ανεργία στη Σύρο, σαφώς και έχει οξυνθεί τα τελευταία χρόνια, λόγω της γενικότερης οικονομικής κρίσης της χώρας αλλά βρίσκεται σε καλύτερα επίπεδα από ότι ο μέσος όρος της Ελλάδας. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται συνολικά και για ολόκληρη την περιφέρεια του Νοτίου Αιγαίου, συγκριτικά με τις υπόλοιπες περιφέρειες της χώρας (ΕΛ.ΣΤΑΤ, 2011, ΟΑΕΔ, 2012).

Ο πρωτογενής τομέας αν και αναπτυγμένος στη Σύρο αντιμετωπίζει αρκετά προβλήματα. Οι δραστηριότητες του τομέα επεκτείνονται κυρίως στην εύφορη περιοχή του νοτίου τμήματος και σε μικρότερο ποσοστό στο βόρειο τμήμα του νησιού. Οι βασικές γεωργικές καλλιέργειες της περιοχής είναι τα κτηνοτροφικά φυτά, τα άνυδρα κηπευτικά, τα αμπέλια, τα οπωροκηπευτικά και καλλιέργειες σε θερμοκήπια. Αντίστοιχα, η κτηνοτροφία εξειδικεύεται κυρίως στην αιγοπροβατοτροφία και στα βοοειδή. Παράγονται γαλακτοκομικά προϊόντα, μέλι και κρασί. Επίσης, ανεπτυγμένη οικονομική δραστηριότητα θεωρείται η αλιεία. (Επιχειρησιακό Σχέδιο Αγροτικής Ανάπτυξης 2014-2020, Δίκτυο Αειφόρων Νήσων - Δάφνη, 2006).

Ο αριθμός των βιοτεχνικών επιχειρήσεων στη Σύρο αποτελεί το 23,77% του συνολικού αριθμού των επιχειρήσεων του νησιού. Συνολικά, το 13,32% του ενεργού πληθυσμού της Σύρου απασχολείται στη μεταποίηση σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΣΥΕ από την απογραφή του 2001 .

Η σημαντικότερη βιομηχανική μονάδα του Δήμου Σύρου - Ερμούπολης είναι το Νεώριο. Το Νεώριο Σύρου λοιπόν, που είναι η σημερινή ονομασία των συριανών ναυπηγείων, δραστηριοποιείται σε τρεις βιομηχανικούς τομείς. Οι παραγωγικοί τομείς του είναι ο επισκευαστικός τομέας, ο κατασκευαστικός και ο βιομηχανικός. Η στρατηγική της εταιρείας στοχεύει στην ισχυροποίηση της θέσης της στο έντονα ανταγωνιστικό περιβάλλον, εξασφαλίζοντας παράλληλα συνεχή αναπτυξιακή πορεία με εκσυγχρονισμό σε όλες τις διαδικασίες της (www.neorion-holdings.gr/, www.ellinikiaktoploia.net/).


Εικόνα 3: Το Νεώριο Σύρου στο λιμάνι της πόλης





Οι δράσεις του Νεωρίου σχετίζονται με επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες για την αντιμετώπιση των ποιοτικών αναγκών σχετικά με την κατασκευή πλοίων και σκαφών και εξειδίκευσης και κατάρτισης του εργατικού δυναμικού της. Επιπλέον, το «marketing» της επιχείρησης στηρίζεται στην ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών και των τελικών προϊόντων που παραδίδει στην αγορά και στην έγκαιρη παράδοση των εργασιών (www.neorion-holdings.gr/, www.ellinikiaktoploia.net/).

Το εργατικό δυναμικό που απασχολεί σήμερα η επιχείρηση ανέρχεται στα 550 άτομα συνολικά (μόνιμοι και έκτακτοι), και προέρχεται κατά κύριο λόγο από το ντόπιο πληθυσμό. Η βαριά βιομηχανική παράδοση του εργατικού δυναμικού συνδράμει στη διατήρηση της ποιότητας των προσφερόμενων υπηρεσιών της εταιρείας. (www.neorion-holdings.gr/, www.ellinikiaktoploia.net/).

Ωστόσο, σήμερα, το ναυπηγείο αντιμετωπίζει πολλά προβλήματα αναφορικά με τη βιωσιμότητά του. Ο αυξανόμενος ανταγωνισμός από ναυπηγεία της Ελλάδας (πχ ναυπηγείο Χαλκίδας) και από άλλα στον ευρύτερο χώρο της Μεσογείου (Μάλτα, Τουρκία), τα οικονομικά προβλήματα της εταιρείας και οι υφιστάμενες συνθήκες κρίσης στην Ελλάδα, είναι οι κυριότερες αιτίες για το αμφίβολο μέλλον του Νεωρίου (http://www.koinignomi.gr/, http://www.cyclades24.gr/).
Άλλες σημαντικές μεταποιητικές δραστηριότητες είναι οι βιοτεχνίες παραδοσιακών προϊόντων όπως τα λουκούμια και τα τοπικά γαλακτοκομικά προϊόντα (Επιχειρησιακό Σχέδιο Αγροτικής Ανάπτυξης 2014-2020).
Βάση δεδομένων από το Επιμελητήριο Κυκλάδων για το έτος 2011, οι υπηρεσίες αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος του τριτογενή τομέα, με το εμπόριο να είναι δεύτερο και μετά να ακολουθούν οι τουριστικές δραστηριότητες. Οι περισσότερες υπηρεσίες εντοπίζονται στην Ερμούπολη. Τα περισσότερα καταστήματα (εμπόριο) βρίσκονται στο κέντρο της πόλης (αγορά) και κατά μήκος του λιμανιού. Ακόμη. υπάρχουν σοβαρές και βιώσιμες επιχειρήσεις στην περιοχή μελέτης (Επιμελητήριο Κυκλάδων).

Σημαντικός θεωρείται ο τουρισμός για την τοπική οικονομία του νησιού, καθώς τα τελευταία χρόνια εμφανίζει σημαντική ανάπτυξη. Η Σύρος προσπαθεί να εκμεταλλευτεί αυτή την παγκόσμια τάση και ταυτόχρονα να αξιοποίηση την καλή τουριστική εικόνα των Κυκλάδων
(χαρακτηριστικά παραδείγματα Σαντορίνη, Μύκονος). Επιπρόσθετα γίνονται προσπάθειες για συμμετοχή μέσω εναλλακτικών μορφών τουρισμού , που μπορεί να αναπτύξει λόγω του ανάγλυφου της, του όμορφου τοπίου και του πολιτιστικού αποθέματος που διαθέτει (αρχιτεκτονική κτιρίων, ιστορικοί χώροι) (Ερευνα Επιμελητήριου Κυκλάδων).

Δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι έχει παρατηρηθεί μαζικός τουρισμός, αν και αποτελεί τουριστικό προορισμό για Έλληνες και ξένους. Σημαντικά φαίνεται να εμφανίζεται ο εναλλακτικός τουρισμός στο νησί. Στη Σύρο εμφανίζεται ο πολιτιστικός τουρισμός, με ενδιαφέρον σε θεατρικές παραστάσεις, πολιτιστικά δρώμενα, επισκέψεις σε αρχαιολογικούς χώρους, μουσεία κ.α, θρησκευτικός τουρισμός (καθολικές εκκλησιές και μονές στην Άνω Σύρο), ενώ τον τελευταίο καιρό γίνονται προσπάθειες ανάπτυξης συνεδριακού και αθλητικού τουρισμού (Έρευνα Επιμελητήριου Κυκλάδων).

Στη Σύρο τα τελευταία χρόνια, γίνονται προσπάθειες για ανάπτυξη τουρισμού κρουαζιέρας, κυρίως μέσω της εκμετάλλευσης του μεγάλου και ασφαλούς λιμένα. Περιεκτικότερα, έναντι στον αυξανόμενο τουρισμό από το διεθνή χώρο (Τουρκία) αλλά και από τις τάσεις για αύξηση της τουριστικής κίνησης από μικρότερα νησιά των Κυκλάδων καταβάλλονται προσπάθειες από αρμόδιους φορείς για προσέλκυσης του τουρισμού κρουαζιέρας στη Σύρο (Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Νοτίου Αιγαίου, 2014-2020).

Επιπλέον, γίνονται προσπάθειες για ένταξη της Ερμούπολης στον κατάλογο των μνημείων παγκόσμιας κληρονομιάς από την UNESCO, γεγονός που αναμένεται να συμβάλει θετικά στην τουριστική ανάπτυξη (όπως επίσης και η υποψηφιότητα της Ερμούπολης για την πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το έτος 2021, που αναφέρθηκε και προηγουμένως) (Δήμος Σύρου - Ερμούπολης, Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Δήμου Σύρου - Ερμούπολης 2012¬2014).
Τέλος, σημαντική δομή τοπικής ανάπτυξης θεωρείται το Τμήμα Μηχανικών Σχεδίασης Προϊόντων και Συστημάτων του Πανεπιστημίου Αιγαίου στο κέντρο της Ερμούπολης. Η ύπαρξη πανεπιστημιακής σχολής επιτρέπει την αμφίδρομη μεταφορά γνώσης τόσο από το Πανεπιστήμιο προς την αγορά, όσο και από την αγορά προς το Πανεπιστήμιο. Η αλληλοτροφοδότηση της γνώσης αναμένεται να παράγει προϊόν και έσοδα για την τοπική οικονομία. Οι τοπικές επιχειρήσεις θα έρθουν με αυτόν τον τρόπο σε άμεση επαφή με νέες τεχνολογίες και πρακτικές (www.syros.aegean.gr/, Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Δήμου Σύρου - Ερμούπολης 2012-2014).


3. Ολοκληρωμένη πρόταση για την περιοχή αναφοράς
Είναι κοινός τόπος πως η αναπτυξιακή στρατηγική της Σύρου πρέπει να προωθήσει και να αξιοποιήσει τα ισχυρά σημεία της, ενώ ταυτόχρονα να βρει λύσεις για τον περιορισμό των αδυναμιών και των προβλημάτων της. Σε αυτό το σημείο θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως τα επιχειρησιακά προγράμματα που εφαρμόζονται από το δήμο, ανά τακτικά χρονικά διαστήματα, έχουν αυτό τον σκοπό. Επιπρόσθετα, αυτά αποτελούν συνέχεια του ελληνικού προγραμματισμού (εκφράζεται κυρίως από Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο Αναφοράς και τα Τομεακά και Περιφερειακά Επιχειρησιακά Προγράμματα) αλλά και εκφραστές των στρατηγικών της πολιτικής συνοχής, που προωθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση (Παπαδασκαλόπουλος, Χριστοφάκης, 2009).

Οι περιοχές χρειάζονται στρατηγικά πλαίσια αντιμετώπισης την προβλημάτων του τοπικού πληθυσμού, που συμβάλλουν στην αναπτυξιακή διαδικασία του τόπου, προωθούν την ισόρροπη ανάπτυξη, συμβάλουν στην κοινωνική συνοχή και προσπαθούν να διαμορφώσουν καλύτερες συνθήκες διαβίωσης για τους κατοίκους (Φαναριώτης, 1999), λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη την ιδιαιτερότητα (χωροταξικές και αναπτυξιακές διαφοροποιήσεις) της κάθε περιοχής (Θωίδου, Ανδρικοπούλου, 2004).


3.1 Χωροταξικές και πολεοδομικές παρεμβάσεις
Ειδικά όμως για την περιοχή μελέτης, δηλαδή τη νήσο Σύρο, προτείνεται η σύνταξη μίας χωροταξικής μελέτης. Αυτή θα συμπεριλαμβάνει τα νέα δεδομένα που επικρατούν στο νησί αλλά και στη γενικότερη περιοχή (νομαρχιακή ενότητα, περιφέρεια). Με άλλα λόγια, θα προασπίζονται οι αρχές και οι στρατηγικές του υφιστάμενου Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τον παράκτιο χώρο και τα νησιά, σχετικά με την διαφύλαξη προστατευόμενων και αρχαιολογικών περιοχών, την προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης, βελτιώνοντας το βιοτικό επίπεδο και συγκρατώντας τον τοπικό πληθυσμό, με παράλληλη διασφάλιση του φυσικού περιβάλλοντος (Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τον Παράκτιο και το Νησιωτικό χώρο, ΥΠΕΧΩΔΕ, 2009).

Αναφορικά με ζητήματα χωροταξίας για την περίπτωση της Σύρου, πρέπει να οριοθετηθούν περιοχές-ζώνες κατάλληλες για την περαιτέρω ανάπτυξη των ΑΠΕ στο νησί, χωρίς να υποβαθμίζεται το φυσικό περιβάλλον και να μην παραμερίζονται άλλες σημαντικές οικονομικές δραστηριότητες. Επιπλέον, λόγω της τουριστικής ανάπτυξης που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια, κρίνεται σκόπιμος ο διαχωρισμός των ακτών που είναι ικανές να απορροφήσουν την τουριστική κίνηση και ποιες είναι εκείνες όπου πρέπει να διατηρηθούν αναλλοίωτες (προστατευόμενες παραλίες στο βόρειο τμήμα του νησιού). Επεξηγηματικά, χρειάζονται μελέτες για την φέρουσα ικανότητα τόσο των ακτών όσο και των οικοσυστημάτων που έχουν αναπτυχθεί σε αυτές.

Αρωγός στο συγκεκριμένο εγχείρημα, αναμένεται να είναι οικολογικές οργανώσεις όπως το Πρόγραμμα "Κυκλάδες Life" της WWF Ελλάς και οι δράσεις της Ε.Ε σχετικά με την προστασία και τη βιώσιμη ανάπτυξη των παράκτιων περιοχών (Blue Growth). Η οικοσυστημική διαχείριση και η θαλάσσια χωροταξία πρέπει να κατανέμουν με τον βέλτιστο τρόπο τις θαλάσσιες χρήσεις ανάμεσα σε θαλάσσιες μεταφορικές συνδέσεις, αλιευτικές δραστηριότητες και στον τουρισμό, έτσι ώστε να μην υπάρχουν συγκρούσεις χρήσεων και να προστατεύεται η ποιότητα των υδάτων και των οικοσυστημάτων τους. Επίσης, πρέπει να προβλέπονται δράσεις διαχείρισης των παραγομένων λυμάτων και περιορισμός της αμμοβολής από το ναυπηγείο (Σεμινάριο οικοσυστημικής προσέγγισης και θαλάσσιας χωροταξίας, Σύρος, 2014).

Όσον αφορά τώρα, τον αστικό ιστό και τις πολεοδομικές παρεμβάσεις, αυτές οφείλουν να αναγνωρίζουν τις τάσεις εξάπλωσης της πόλης καθώς και τις αυξανόμενες ανάγκες μετακίνησης και στάθμευσης κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, λόγω της τουριστικής κίνησης. Θεωρείται αναγκαία η δημιουργία ζωνών στην Ερμούπολη, προκειμένου να διαχωρίζονται οι χρήσεις γης, ανάμεσα σε εμπορικές-τουριστικές, προστατευόμενοι χώροι (νεοκλασικά, χώροι πολιτισμού) , κοινωφελείς χώροι και κατοικία. Οφείλεται ακόμα να προστατευθεί το ιστορικό κέντρο της πόλης, μειώνοντας τη χρήση Ι.Χ, αναδεικνύοντας έτσι τον πολιτιστικό απόθεμα, με παράλληλη ώθηση ήπιων μέσων μεταφοράς (συγκοινωνίες, ποδήλατο, περπάτημα) (Ανδρικοπούλου, Γιαννακού, Καυκαλάς, Πιτσιάβα-Λατινοπούλου, 2007).

Ο πολεοδομικός σχεδιασμός πρέπει επίσης να δώσει αποτελεσματικές λύσεις στην αυξανόμενη κίνηση οχημάτων και στο πρόβλημα στάθμευσης στο σύνολο της πόλης (που οξύνονται κατά την θερινή περίοδο) (hermoupolis.gr). Δημιουργία χώρων στάθμευσης περιμετρικά του αστικού ιστού, αύξηση της συχνότητας και του ωραρίου λειτουργίας των συγκοινωνιών και η δημιουργία δικτύου ποδηλατοδρόμων είναι δράσεις προώθησης των συνδυασμένων μεταφορών που θα συμβάλουν στην αντιμετώπιση του εν λόγω προβλήματος (Πιτσιάβα-Λατινοπούλου, 2008).


Εικόνα 4: Κυκλοφοριακές ρυθμίσεις Ερμούπολης





Σε αυτό το μοτίβο κινούνται οι προτάσεις και οι μελλοντικές δράσεις της δημοτικής αρχής. Στο χαρτογράμμα (εικ.4) παρουσιάζονται οι κυκλοφοριακές ρυθμίσεις για το κέντρο και το λιμάνι της Ερμούπολης, που θα ισχύουν για την επικείμενη τουριστική περίοδο. Με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις ενισχύεται η αποσυμφόρηση της πόλης μέσω υποχρεωτικής κυκλοφορίας σε συγκεκριμένους οδικούς άξονες και χρήσης περιφερειακών χώρων στάθμευσης καθώς και η προώθηση του περπατήματος με την πεζοδρόμηση κεντρικών αξόνων.


3.2 Αναπτυξιακές προτάσεις
Στη συγκεκριμένη παράγραφο παρουσιάζονται και αναλύονται προτάσεις που αναμένεται να συμβάλλουν στην οικονομική ανάπτυξη του τόπου, που θα επιφέρει θετικό αντίκτυπο σε πολλές πτυχές της καθημερινότητας των κατοίκων της Σύρου, συμβάλλοντας στην αναβάθμιση του βιοτικού επιπέδου.
Ουσιαστικά, η ανάπτυξη οφείλει να είναι εξίσου ισόρροπη και να υπαγορεύεται από όρους βιωσιμότητας και αειφορίας. Για την υλοποίηση του συγκεκριμένου σκοπού, προτείνεται η ενδυνάμωση και των τριών παραγωγικών τομέων της τοπικής οικονομίας, με δράσεις όμως που δεν θα είναι επιβλαβείς για το φυσικό περιβάλλον.

Για την επίτευξη της επιθυμητής ανάπτυξης υπό τους όρους τοπικής ανάπτυξης (όπως συζητήθηκε και στην εισαγωγή της εργασίας), οι προτάσεις για κάθε παραγωγικό κλάδο και τομέα της οικονομίας του νησιού, πρέπει να είναι αποτέλεσμα σχεδιασμού και προγραμματισμού. Στις διαδικασίες του αναπτυξιακού προγραμματισμού, λοιπόν, οι κάτοικοι του Δήμου Σύρου -Ερμούπολης οφείλουν να είναι ενημερωμένοι τόσο από τη δημοτική αρχή αλλά και από τοπικούς συνεταιρισμούς, ομάδες επιχειρηματιών και το Επιμελητήριο Κυκλάδων. Η ουσιαστική και ενεργός συμμετοχή των δημοτών θα συμβάλει αποφασιστικά στην αποτελεσματικότητα των διαβουλεύσεων, που πρέπει να πραγματώνονται με διαφανείς και δημοκρατικές διαδικασίες (Kourliouros, 2014).
Για το συγκεκριμένο λόγο, προτείνεται συγκεκριμένα η δημιουργία μια ηλεκτρονικής πλατφόρμας από το Δήμο, όπου οι κάτοικοι του νησιού θα έχουν τη δυνατότητα ενημέρωσης, ανταλλαγής απόψεων και συμμετοχής στο σχεδιασμό και τις αναπτυξιακές διαδικασίες, αξιοποιώντας νέες τεχνολογίες και εφαρμόζοντας στην ουσία το «e-planning» (Μοσχούτη, 2011).

Σχετικά με τον πρωτογενή και το δευτερογενή τομέα παραγωγής προτείνεται ο από κοινού (φορείς, αντιπρόσωποι, δημοτική αρχή, Τεχνικό Επιμελητήριο) προγραμματισμός δράσεων για την ενίσχυσή τους. Στόχος πρέπει να είναι η παροχή τοπικά παραγόμενων προϊόντων στην αγορά της Σύρου, όπου τα αγαθά θα έρχονται σε επαφή με τους τουρίστες (έμμεση διαφήμιση) και οι εξαγωγές προς ελληνικές πόλεις και το εξωτερικό.
Επιπρόσθετα, οι εμπλεκόμενοι φορείς (διοίκηση, εργατικά σωματεία, δημοτική αρχή) οφείλουν να δώσουν λύση στα περιβαλλοντικά προβλήματα και να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα του ναυπηγείου - Νεώριο, αποσκοπώντας στην αναβάθμιση του ρόλου του στο Αιγαίο Πέλαγος αλλά και στο χώρο της νοτιοανατολικής Μεσογείου.

Σύμφωνα με τους Barnes και Hayter (1997), η ενδογενής ανάπτυξη στηρίζεται στην τοπική επιχειρηματικότητα, όπου σημαντικό ρόλο κατέχουν η τεχνογνωσία, οι ατομικές ικανότητες των ατόμων και οι επιχειρηματικές πρωτοβουλίες. Διαπιστώνεται, πως αυτή είναι η κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθήσουν οι τοπικοί επιχειρηματικές της Σύρου. Σε αυτή την προσπάθεια καταλυτικό ρόλο καλείται να παίξει το Πανεπιστήμιο Αιγαίου με την εισαγωγή τεχνολογικών εργαλείων και καινοτομιών στην αγορά του νησιού.

Η περαιτέρω ενασχόληση με τον τουρισμό, κλάδος που αναπτύσσεται ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια στη Σύρο, διαφαίνεται απαραίτητη. Για την ανάπτυξη του τουρισμό προτείνονται οι ακόλουθες δράσεις: Ανάπτυξη κρουαζιέρας, προβολής-διαφήμισης πολιτισμικού αποθέματος και δημιουργίας τουριστικής ταυτότητας «Place Branding)). Πιο περιεκτικά, η καταλληλότητα του λιμένα (μεγάλο, ασφαλές λιμάνι) μπορεί να υποδέχεται ταυτόχρονα τα επιβατηγά πλοία και να φιλοξενεί κρουαζιερόπλοια (ήδη έχουν ξεκινήσει ενέργειες από τη δημοτική αρχή, όπως επισημαίνεται σε τοπικά μέσα ενημέρωσης (koinignomi.gr/, cyclades24.gr/). Η δημιουργία συγκεκριμένης τουριστικής ταυτότητας που θα προβάλει την μοναδική πολιτιστική κληρονομιά του τόπου είναι ενέργειες που θα τονώσουν την τουριστική κίνηση. Συμπληρωματικά, τοπικές δράσεις που θα επιμηκύνουν την τουριστική περίοδο και την ανάπτυξη εναλλακτικών μορφών τουρισμού, αναμένεται να συμβάλλουν στην τουριστική ανάπτυξη του νησιού.

Ακόμη, η τουριστική ανάπτυξη του νησιού αναμένεται να συμβάλλει θετικά στην τοπική ανάπτυξη καθώς και να επιφέρει ιδιαίτερα θετικά αποτελέσματα και για τους υπόλοιπους παραγωγικούς κλάδους. Επεξηγηματικά, η αύξηση της τουριστικής ζήτησης, θα δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας ενώ τα τοπικά παραγόμενα προϊόντα θα προβληθούν μέσω του τουρισμού και της άμεσης επαφής του επισκέπτη με αυτά.


4. Συμπεράσματα
Η εκπόνηση ενός αναπτυξιακού σχεδίου για μία περιοχή οφείλει να βασίζεται στην ανάλυση όλων των επιμέρους χαρακτηριστικών. Ο αναπτυξιακός προγραμματισμός και ο χωρικός σχεδιασμός πρέπει να συνδέονται καθώς οι οικονομικές δραστηριότητες αποτυπώνονται χωρικά δημιουργώντας προκλήσεις στο σχεδιασμό. Η οικονομική μεγέθυνση δεν πρέπει να είναι αυτοσκοπός αφού πρέπει να υπολογίζεται ο κοινωνικός και περιβαλλοντικός αντίκτυπος. Οι αναπτυξιακές διαδικασίες πρέπει να είναι αποτέλεσμα οικονομικού προγραμματισμού, διαμορφωμένου από τα υφιστάμενα χωροταξικά και πολεοδομικά δεδομένα, διασφαλίζοντας την αειφορία, συνυπολογίζοντας τις κοινωνικές ανάγκες και επιθυμίες, έτσι ώστε να βελτιώνουν το βιοτικό επίπεδο της περιοχής.
Η ανάλυση της εξεταζόμενης περιοχής μας δίνει τη δυνατότητα να γνωρίζουμε τα κυριότερα χαρακτηριστικά του τόπου. Η ιστορία, οι χρήσεις γης του εξωαστικού χώρου, οι ανάγκες
15
για περιβαλλοντικό σχεδιασμό (επέκταση των ΑΠΕ, προστασία των οικοσυστήματων και διαχείριση της παράκτιας ζώνης), η ξεχωριστή αρχιτεκτονική κτιρίων της Ερμούπολης, το πολιτιστικό απόθεμα και οι αναπτυξιακές προοπτικές (ιδίως μέσω του τουρισμού) συνθέτουν ένα ευρύ φάσμα χωρικών και αναπτυξιακών δεδομένων. Όλα αυτά πρέπει να αποτελούν τη βάση για τη διατύπωση ενός ολοκληρωμένου σχεδίου χωρικής και αναπτυξιακής οργάνωσης.
Οι προτάσεις που διατυπώθηκαν στην προηγούμενη ενότητα του κειμένου λαμβάνουν υπόψη τις κατευθύνσεις των υφιστάμενων χωροταξικών και αναπτυξιακών υπερκείμενων πλαισίων που επηρεάζουν το σχεδιασμό και τον προγραμματισμό στην περιοχή μελέτης. Επιπλέον, προωθούνται οι στόχοι τόσο του Νέου ΕΣΠΑ 2014-2020 όσο και οι κοινοτικές πολιτικές για την «Ευρώπη 2020».
Οι θέσεις, που αναλύθηκαν, στηριχτήκαν στην ανάλυση της περιοχής αναφοράς προσμετρώντας τα χωρικά δεδομένα και τις αναπτυξιακές και παρουσιάζονται συνοπτικά στον πίνακα (πιν. 1) που έπεται:


Πίνακας 1: Συνοπτική παρουσίαση αναπτυξιακού σχεδίου





Πηγή: Ιδία επεξεργασία


Συμπερασματικά, καταλήγουμε πως οι προτάσεις ενισχύουν την αειφόρο και βιώσιμη ανάπτυξη της Σύρου. Οι στόχοι και οι δράσεις στοχεύουν σε πρακτικές εφαρμογές χωροταξικής οργάνωσης, πολεοδομικού σχεδιασμού και αναπτυξιακού προγραμματισμού, μέσω της τοπικής ανάπτυξης. Διαπιστώνεται, πως το προτεινόμενο σχέδιο αποβλέπει στην ενίσχυση της τοπικής επιχειρηματικότητας, στη συνεργασία ανάμεσα σε εμπλεκόμενους φορείς, στη συμμετοχή του τοπικού πληθυσμού και στη διαβούλευση· ως αναγκαία προαπαιτούμενα στάδια για το σχεδιασμό μίας περιοχής.


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1 Η νησιωτικότητα είναι ένα διαρκές φαινόμενο που προσδιορίζεται από αλληλεπίδραση ανάμεσα σε φυσικούς και κοινωνικοοικονομικούς παράγοντες είναι ανάλογη της γεωγραφικής ασυνέχειας του χώρου και της απόστασης από την ηπειρωτική χώρα, ενώ είναι αντιστρόφως ανάλογο του μεγέθους του νησιού (Κουτσοπούλου, 2013, Παπαδασκαλόπουλος, Χριστοφάκης, 2009).

Βιβλιογραφία
Ελληνόγλωσση

Αγριαντώνη Φ. και Φενερλή Α. (2000), Ερμούπολη - Σύρος, Ιστορικό Οδοιπορικό, Αθήνα: Ολκός
Ανδρικοπουλού Ε., Γιαννακού Α., Καυκαλάς Γ., Πιτσιάβα-Λατινοπούλου Μ. (2007), Πόλη και Πολεοδομικές Πρακτικές, Αθήνα: Κριτική
Γιαουτζή Μ. και Στρατηγεία Α. (2011), Χωροταξικός Σχεδιασμός, Θεωρία και Πράξη , σελ: 19-26, 66-75,215-287, Αθήνα: Κριτική
Δίκτυο Αειφόρων Νήσων - Δάφνη (2006), ΣΥΡΟΣ, Ερευνητικό έργο: Έρευνα για την Αειφόρο ανάπτυξη στη Σύρο, Επιστημονική Υποστήριξη: Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο - Διεπιστημονικό Ινστιτούτου Περιβαλλοντικών Ερευνών, Αθήνα
Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Δήμου Σύρου Ερμούπολης 2012 - 2014, Δήμος Σύρου - Ερμούπολης
Επιχειρησιακό Σχέδιο Αγροτικής Ανάπτυξης 2014 - 2020: Σύρος (2010), Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου: Γενική Διεύθυνση Περιφερειακής Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής
Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου 2013 - 2015 (2012), Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου: Γενική Διεύθυνση Αναπτυξιακού Προγραμματισμού Περιβάλλοντος & Υποδομών
Καυκαλάς Γ. (2004), Ζητήματα Χωρικής Ανάπτυξης, Θεωρητικές Προσεγγίσεις και Πολιτικές, σελ: 173¬238, Αθήνα: Κριτική
Κουτσοπούλου, Α. (2013), Δυναμική των νησιωτικών συστημάτων: Προς μία στρατηγική ολοκληρωμένης ανάπτυξης του ελληνικού μικρονησιωτικού χώρου, 11ο Τακτικό Επιστημονικό Συνέδριο- 2013 Ελληνικό τμήμα της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Περιφερειακής Επιστήμης (ERSA- GR), Πάτρα, διαθέσιμο στο http://grsa.prd.uth.gr/index.php/el/component/content/article/19-ergsageneralgr/83-praktika-conf11
Κυκλοφοριακή Μελέτης Ερμούπολης διαθέσιμο στο http://www.gipapamanolis.gr/index.php/11-newsflashes/syros-topikes-ediseis/172-prostheti-meleti-kykloforiakou.html
Μοσχούτη Ε. (2011), Πρακτικές Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Ψηδιακού Σχεδιασμού για τη Διαμόρφωση Στρατηγικών Χωρικής Ανάπτυξης, Εφαρμογή στο Δήμο Σύρου-Ερμούπολης, Διπλωματική Εργασία,ΤΜΧΑ,ΑΠΘ: Ιούνιος, 2011
Παπαδασκαλόπουλος Α. και Χριστοφάκης Μ. (2003), Αγορά Χωρίς Σύνορα, σελ: 49-71, Αθήνα: Παπαζήση Παπαδασκαλόπουλος Α. και Χριστοφάκης Μ. (2009), Περιφερειακός Προγραμματισμός, σελ: 21 -34, 147¬170, 267-270, 286-288, Αθήνα: Παπαζήση
Περιφερειακό Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Κρήτης και Νήσων Αιγαίου: 2007-2013, Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου: Γενική Διεύθυνση Αναπτυξιακού Προγραμματισμού Περιβάλλοντος & Υποδομών
Περιφερειακό Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Κρήτης: 2014 - 2020, Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου: Γενική Διεύθυνση Αναπτυξιακού Προγραμματισμού Περιβάλλοντος & Υποδομών
Περιφερειακό Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Νοτίου Αιγαίου: 2014 - 2020, Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου: Γενική Διεύθυνση Αναπτυξιακού Προγραμματισμού Περιβάλλοντος & Υποδομών
Πολεοδομική Μελέτη Ερμούπολης διαθέσιμο στο http://www.hermoupolis.gr/NewsMain/urban_study.aspx
Σαπουντζή Χ. (2009), Οι πολεοδομικές πρακτικές ως παράγοντας μετασχηματισμού του Τοπίου: Η περίπτωση της Ερμούπολης Σύρου, Αθήνα: Εργαστήριο Πολεοδομικής Σύνθεσης ΕΜΠ
Στεφάνου Ι. (2003), Ο πολεοδομικός σχεδιασμός της Ερμούπολης. Μια πρότυπη πολεοδομική αντιμετώπιση ιστορικής πόλης, Αθήνα: Εργαστήριο Πολεοδομικής Σύνθεσης ΕΜΠ
Σχεδιασμός του Παράκτιου Χώρου στην εποχή της κλιματικής αλλαγής, διαθέσιμο στο http://grsa.prd.uth.gr/conf2013/2_loukogeorgaki_etal_ersagr13.pdf
Τεχνικό Επιμελητηρίο Κυκλάδων (2014), Έρευνα για τον Τουρισμό στη Σύρο (Business Plan)
Τραυλός Ι. και Κόκκου Α.(1980), Ερμούπολη. Η δημιουργία μιας νέας πόλης στην Σύρο στις αρχές του 19ου αιώνα, Αθήνα: Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος
Φαναριώτης Π. (1999). Δημόσια Διοίκηση Αποκέντρωση και Αυτοδιοίκηση, σελ:195-201 Αθήνα:Σταμούλης
ΦΕΚ 128/Α/2008, Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης, ΥΠΕΚΑ
ΦΕΚ 1138/Β/2009, Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τον Τουρισμό και της στρατηγικής μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων αυτού, ΥΠΕΚΑ
ΦΕΚ Β' 1138/2009,Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τον Παράκτιο Χώρο και τα Νησιά, ΥΠΕΚΑ
ΦΕΚ 3155/Β/2013, Έγκριση τροποποίησης Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τον Τουρισμό και της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων αυτού,ΥΠΕΚΑ
Φιλότης, Βάση Δεδομένων για την Ελληνική Φύση, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Τομέας Υδάτινων Πόρων & Περιβάλλοντος διαθέσιμο στο http://filotis.itia.ntua.gr/
Φραντζεσκάκης Γ., Γκόλιας Γ., Πιτσιάβα-Λατινοπούλου Μ., (2008), Διαχείριση Κυκλοφορίας, Αθήνα:Παπασωτηρίου
Χριστοφοράκης Μ. (2001), Τοπική Ανάπτυξη και Περιφερειακή Πολιτική, σελ: 57-72, 279-285, Αθήνα: Παπαζήση



Ξενόγλωσση

Barnes, Tl. and Hayter, R. (1994), "Economic Restructuring, Local Development and Resource Towns: Forest Communities in Coastal British Columbia." Canadian Journal of Regional Science 17 : 289-310.
Coffey, W.J. and Polese, M. (1985), Local development: Conceptual bases and policy implications, Regional Studies, 19:2, 85-93
Kourliouros E. (2014), Local Development and Collaborative Planning: A Theoretical Framework of
Analysis, Department of Geography, University of the Aegean Stohr, W. and Taylor, D.R.F. (1981) Development from Above or Below? Chichester: J.Wiley & Sons.

Τοπίο, άνθρωπος, ταυτότητα-έννοιες αλληλοπροσδιοριζόμενες





#ΣΩΤΗΡΙΑ ΚΑΤΣΑΦΑΔΟΥ Αρχιτέκτων Μηχανικός, MSc Πολεοδομίας-Χωροταξίας, Υποψήφια Διδάκτωρ, Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας
#ΑΛΕΞΙΟΣ ΔΕΦΝΕΡ Καθηγητής, Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Η έννοια του τοπίου προσεγγίζεται μέσα από την αλληλεπίδραση του τόπου και του ανθρώπου. Ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται το χώρο μέσα από το προσωπικό του φίλτρο, υπό το πρίσμα της αισθητικής του κρίσης, ανασυνθέτοντας την αρχική πρόσληψη της εικόνας του.
Σε αυτή τη διαδικασία αναγνώρισης του τόπου, ο παρατηρητής χρησιμοποιεί όλες τις αισθήσεις και τις εμπειρίες του, καθώς και τα δεδομένα της εκάστοτε εποχής, ενώ σημαντικό ρόλο παίζουν και οι συνθήκες που επικρατούν στον τόπο όπως είναι η ατμόσφαιρα και το φως.
Το τοπίο λοιπόν δεν είναι μόνο τα φυσικά στοιχεία μιας περιοχής, αλλά και τα μυστικά που κρύβονται πίσω από τη σημερινή προβολή της. Το τοπίο είναι ο τόπος που έχει ταυτότητα.
Το Μάρκετινγκ Τόπου, ως μια στρατηγικά σχεδιασμένη διαδικασία, απαιτεί πραγματική γνώση του τόπου προβολής και έχει ως στόχο την υποστήριξη της συνολικής εικόνας του. Αποτελεί ταυτόχρονα μέσο για την προβολή του, αλλά και εργαλείο εξεύρεσης της χαμένης ταυτότητάς του και ανακατεύθυνσης της ανάπτυξής του.
Η διαμόρφωση της ταυτότητας ενός τόπου αποτελεί στρατηγική πολεοδομικού σχεδιασμού, ο οποίος με τη σειρά του μπορεί να αναδειχθεί σε εργαλείο διαμόρφωσης της εικόνας που θα συνοδεύει την ταυτότητα αυτή.
Με άλλα λόγια, το τοπίο αποτελεί ταυτόχρονα τη βάση από την οποία προκύπτει η ταυτότητα ενός τόπου, αλλά και το τελικό παραγόμενο. Το τοπίο επιτρέπει στον τόπο να αναγνωρίσει τα χαρακτηριστικά του και να δημιουργήσει την ιδιαίτερη και αναγνωρίσιμη ταυτότητά του. Στην προσπάθεια αυτή επηρεάζεται από άυλους και υλικούς παράγοντες, κάποιες φορές αναδεικνύεται, ενώ κάποιες άλλες αλλοιώνεται.

Προκειμένου να αναλυθεί η διαδικασία κατά την οποία εφαρμόζονται στρατηγικές Μάρκετινγκ Τόπου επιλέγονται και παρουσιάζονται τα παραδείγματα του Ντουμπάι και της Νέας Ζηλανδίας, δύο άκρως αντίθετων περιπτώσεων διαχείρισης του τοπίου. Μέσω της σύγκρισης των δύο αυτών μελετών περίπτωσης κατανοείται η διαφορά στην επιρροή που μπορεί να ασκούν στο τοπίο οι διαφορετικές στρατηγικές Μάρκετινγκ τόπου.
Από τη μία, στο Ντουμπάι η επέμβαση του ανθρώπου για τη δημιουργία νέου, τεχνητού τοπίου είχε ως στόχο την καθιέρωση μιας ξεχωριστής ταυτότητας μέσω της δημιουργίας νέων τοπικών χαρακτηριστικών και οδήγησε στην πλήρη μεταμόρφωση του τοπίου του.
Αντίθετα, στη Νέα Ζηλανδία αναδείχθηκαν τα τοπικά χαρακτηριστικά από τα οποία προέκυψε και η ταυτότητα του προορισμού. Και στις δύο περιπτώσεις όμως,το τοπίο, η δημιουργία, η προστασία και η ανάδειξή του έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στην τουριστική αξιοποίηση του τόπου.

1. Εισαγωγή
Το τοπίο έχει σημαντικό πολιτισμικό, οικολογικό, περιβαλλοντικό και κοινωνικό ρόλο, συνιστώντας πόρο για την ανάπτυξη της οικονομικής δραστηριότητας και τον καθορισμό της ταυτότητας ενός τόπου. Αποτελεί το βασικό συστατικό μιας περιοχής, άρα και το σύνολο των φυσικών και ανθρωπογενών χαρακτηριστικών της, όπως και την εικόνα των τοπικών χαρακτηριστικών της. Εκεί πραγματοποιούνται οι σημαντικότερες διεργασίες που καθορίζουν την ταυτότητα ενός προορισμού.
Στην εισήγηση αρχικά προσδιορίζονται συνοπτικά οι βασικές έννοιες που αφορούν στο αντικείμενο μελέτης μέσω της ανάλυσης των εννοιών του τοπίου, της ταυτότητας και του Μάρκετινγκ Τόπου και της στενής σχέσης που εμφανίζουν με την έννοια του ανθρώπου. Μετά την ανάλυση του θεωρητικού υποβάθρου επιλέγονται τα παραδείγματα του Ντουμπάι και της Νέας Ζηλανδίας, δύο άκρως αντίθετων περιπτώσεων διαχείρισης του τοπίου. Έτσι επιχειρείται να υλοποιηθεί ένα είδος ‘χαρτογράφησης’ του τοπίου των περιοχών αυτών, ως μια προσπάθεια μιας νέας ‘επικοινωνίας’ μαζί τους που αναφέρεται τόσο στην ορατή (υλική) όψη, όσο και στην αόρατη (άυλη) υπόσταση τους.
Η εισήγηση ολοκληρώνεται με την ανάλυση της σχέσης μεταξύ του Μάρκετινγκ Τόπου και του τοπίου, καθώς και του σημαντικού ρόλου που διαδραμάτισαν οι διαφορετικές στρατηγικές Μάρκετινγκ Τόπου του Ντουμπάι και της Νέας Ζηλανδίας στο τοπίο τους. Επιχειρείται να δοθεί μια απάντηση στο διττό ερώτημα του ρόλου που μπορεί να έχει το τοπίο στην τουριστική προώθηση ενός προορισμού αλλά και αντιστρόφως, η επιρροή που μπορεί να έχουν οι εκάστοτε στρατηγικές Μάρκετινγκ Τόπου στη διαμόρφωση του τοπίου των περιοχών που εφαρμόζονται.
Πρόσθετα ερωτήματα που ερευνώνται είναι τα όταν μια στρατηγική Μάρκετινγκ Τόπου είναι επιτυχής, εάν αυτό συνεπάγεται και επιτυχία στη διαχείριση του τοπίου του, καθώς και εάν το Μάρκετινγκ Τόπου μπορεί να βασιστεί αποκλειστικά στην ανάδειξη του τοπίου μιας περιοχής, χωρίς προηγουμένως να έχει επέμβει ο άνθρωπος σε αυτή.

2. Τοπίο και άνθρωπος
Το τοπίο είναι μια έννοια που δύσκολα προσδιορίζεται, αφού το περιεχόμενο της εξαρτάται από τον τρόπο που προσεγγίζεται. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση του Τοπίου, το τοπίο ορίζεται ως η περιοχή, η οποία γίνεται αντιληπτή από τους ανθρώπους και της οποίας ο χαρακτήρας είναι το αποτέλεσμα της δράσης και της αλληλεπίδρασης φυσικών και/ή ανθρώπινων παραγόντων (ΦΕΚ 30 Α/2010).
Στον παραπάνω ορισμό εμπεριέχονται οι δύο βασικές τάσεις της υπάρχουσας θεωρίας του τοπίου.
Η πρώτη αντιμετωπίζει το τοπίο ως μια καθορισμένη γεωγραφική περιοχή, με βάση κάποιας συγκεκριμένης φύσεως κριτήρια (π.χ. γεωμορφολογικά, ιστορικά, πολιτιστικά κ.ά.), μέσα στην οποία ο άνθρωπος ζει, εργάζεται, κινείται και περνά το χρόνο του (landscape of engagement).
Σύμφωνα με τη δεύτερη τάση, σημασία έχει το επίπεδο του παρατηρητή, καθώς το τοπίο θεωρείται μια επιλεγμένη σύνθεση χαρακτηριστικών γραμμών που έχουν διαλεχθεί αυθαίρετα με σκοπό να σχηματιστεί μια μορφή, ενώ το υπόλοιπο του οπτικού πεδίου χάνεται σε ένα ουδέτερο φόντο (observational landscape) [Δουκέλλης, 2007∙ Ελευθεριάδης, 2006, Σφαέλλος, 1991]. Η έννοια του τοπίου λοιπόν προσεγγίζεται μέσα από την αλληλεπίδραση του τόπου και του ανθρώπου. Ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται το χώρο μέσα από το προσωπικό του φίλτρο, τα βιώματα, τις προθέσεις, τους στόχους και τους σκοπούς του. Οι αισθήσεις, η ψυχική και ψυχολογική κατάσταση, η ιδεολογία, η αισθητική και οι εμπειρίες του ανθρώπου-παρατηρητή, καθώς και η μόδα, οι φιλοσοφικές θεωρήσεις της εποχής, και οι εξωτερικές μεταβλητές του τόπου όπως είναι το φως, η απόσταση, η κίνηση, οι ατμοσφαιρικές συνθήκες, η εποχή, ο χρόνος κ.ά. καθορίζουν την πρόσληψη του τοπίου και διαμορφώνουν την εικόνα κατανόησής του από τον άνθρωπο (Δουκέλλης, 2007∙ Ελευθεριάδης, 2006∙ Μανωλίδης, 2003∙ Στεφάνου και Στεφάνου, 1999).
Με άλλα λόγια, το τοπίο αποτελεί τη σύνθεση μιας καθορισμένης γεωγραφικής ενότητας, της πρόσλήψης της από το ανθρώπινο βλέμμα και της ανασύνθεσής της από το ανθρώπινο πνεύμα. Άρα η πρόσληψη του τοπίου δεν είναι ποτέ αθώα (Κατσαφάδου και Δέφνερ, 2015). Το φυσικό και πολιτιστικό γίγνεσθαι του χώρου, φιλτράρονται από αφηγήσεις και συλλογικές μνήμες.
Έτσι, για κάθε τόπο μπορεί να υπάρξει μια πληθώρα αναγνώσεων και τοποθετημένων γνώσεων (situated knowledge/positionality) ανάλογα με τον άνθρωπο που το παρατηρεί (Crang, 1998). Μια κριτική για έναν τόπο ξεκινάει πάντα από την αισθητική κρίση του παρατηρητή του. Για αυτό το λόγο δίνεται και τόση σημασία στο τοπίο, την εικόνα του τόπου, τον υλικό φορέα στον οποίο εντοπίζονται όλες οι εντυπώσεις που μεταδίδει ένας τόπος (Ανανιάδου-Τζημοπούλου και Τσαλικίδης, 2006∙ Ελευθεριάδης, 2006). Η ανάγνωση και κατ’ επέκταση η πρόσληψη του τοπίου δεν είναι η επιλεκτική παρατήρηση μιας καθορισμένης γεωγραφικής θέσης με την εκάστοτε αισθητική του κάθε παρατηρητή.
Αντίθετα, η προσέγγισή του είναι ‘ένα εγχείρημα επινόησης της εσωτερικής ταυτότητας ενός τόπου, φορτισμένο πολλαπλά τόσο με τις ψυχικές συντεταγμένες του υποκειμένου όσο και με τα συμφραζόμενα της ιστορίας’ (Μανωλίδης, 2003).
Προκειμένου ο άνθρωπος να αναγνώσει ορθά το τοπίο δεν αρκεί μόνο να στραφεί σε αυτό. Αντίθετα πρέπει να αποκτήσει συνείδηση της ολότητας, άρα να υπερβαίνει τα ξεχωριστά στοιχεία του τόπου και τις σημασίες τους και να τον αντιμετωπίζει ως σύνολο. Η μετατροπή του τόπου σε αντικείμενο και ο χωρισμός του ανθρώπου από αυτόν αποτελεί προϋπόθεση ελευθερίας. Ο παρατηρητής ελευθερώνεται και, κατ’ επέκταση, δεν δέχεται πλέον παθητικά τον κόσμο των αισθήσεων (Ελευθεριάδης, 2006∙ Simmel κ.ά., 2004).
Ωστόσο, το τοπίο αποτελεί και από μόνο του το υπόβαθρο πάνω στο οποίο δημιουργούνται οι κοινωνικές σχέσεις, οι πρακτικές του πολιτισμού και του πνεύματός μας. Η έννοια αυτή προτού ακόμα εισαχθεί στους μηχανισμούς της αναπαράστασης είναι ήδη συνδεδεμένη με νοήματα και αξίες. Άρα η εικόνα που προσλαμβάνει ο παρατηρητής δεν είναι η ευθύγραμμη αναπαράσταση του φυσικού χώρου αλλά η αναπαράσταση μιας ήδη διαρθρωμένης προσέγγισής του (Μανωλίδης, 2003).
Οι πιο σύγχρονες αντιλήψεις αντιμετωπίζουν το τοπίο ως έμβιο οργανισμό, ο οποίος έχει προέλθει ως το αποτέλεσμα των συνεχών αλλαγών της οργανικής ζωής που περιέχει, καθώς και των γεωλογικών φαινομένων. Η δομή και ο χαρακτήρας του τοπίου έχουν προκύψει από την αλληλεπίδραση των οργανικών και των ανόργανων στοιχείων του. Το τοπίο ως έμβιος οργανισμός αντιδρά σε κάθε αλλαγή, ειδικά όταν αυτή τείνει να ανατρέψει μια ισορροπία του. Η μετάλλαξη λοιπόν σε ένα από τα δομικά στοιχεία του μπορεί να οδηγήσει σε αρνητικές επιπτώσεις στη μορφή και τη λειτουργία του συνόλου (Ανανιάδου-Τζημοπούλου και Τσαλικίδης, 2006∙ Μανωλίδης, 2003).

3. Ταυτότητα και Μάρκετινγκ Τόπου
Οι τελευταίες δεκαετίες χαρακτηρίζονται από συνεχείς αλλαγές που σχετίζονται με την παγκοσμιοποίηση, τη διεθνοποίηση των οικονομικών δραστηριοτήτων και τις μεταβολές στην παραγωγική διάρθρωση των αναπτυγμένων κυρίως περιοχών. Κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα η αποβιομηχανοποίηση των πόλεων και η κυριαρχία των νέων αστικών οικονομιών (Cox, 1995) έφεραν τις πόλεις αντιμέτωπες με νέα προβλήματα, οδηγώντας τις στην ανάγκη αναδιαμόρφωσης της εικόνας τους, εξεύρεσης νέων ρόλων και στον προσδιορισμό της ταυτότητάς τους στο ευρωπαϊκό περιβάλλον (Ashworth και Kavaratzis, 2010∙ Cheshire και Gordon, 1995∙ Kavaratzis, 2008). Με άλλα λόγια, οι τόποι όφειλαν να αρχίσουν να προβάλλουν τα συγκριτικά πλεονεκτήματα τους αναζητώντας νέους τρόπους για να αυξήσουν την ανταγωνιστικότητα τους. Έτσι, κάθε τόπος μετατρέπεται σε αγαθό του οποίου η ταυτότητα και η αξία πρέπει να σχεδιάζεται και να προωθείται, δηλαδή μετατρέπεται σε πάροχο υπηρεσιών, στοχεύοντας στην ενίσχυση της οικονομίας του (Kotler κ.ά., 1993).
Η οικονομική ανάπτυξη του παίζει σημαντικό ρόλο στην ελκυστικότητα και στην ανταγωνιστικότητά του (Castells, 2010∙ Cheshire και Gordon, 1996∙ Kotler κ.ά. 1999). Η στρατηγική που χρησιμοποιείται είναι αυτή της διατήρησης, ανάδειξης και προβολής των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του εκάστοτε τόπου, εκείνων που τον καθιστούν και μοναδικό. Όπλο σε αυτό τον αγώνα αποτελεί το Στρατηγικό Σχέδιο Μάρκετινγκ Τόπου που στοχεύει στη βελτίωση της εικόνας της περιοχής. Η κατανόηση της έννοιας του Μάρκετινγκ Τόπου πηγάζει, σύμφωνα με τους Short και Kim (1998), μέσα από την αντίληψη της επιστήμης και της πρακτικής του μάρκετινγκ. Το ανταγωνιστικό περιβάλλον, οι συνεργασίες μεταξύ επιχειρήσεων, δημόσιων και ιδιωτικών φορέων με σκοπό την τοπική οικονομική ανάπτυξη και οι ευρωπαϊκές εξελίξεις με στόχο την ανάπτυξη των ασθενέστερων περιφερειών οδήγησαν στην εμφάνιση μιας νέας μορφής μάρκετινγκ (Brown, 1993).
Σύμφωνα με τους Kotler κ.ά. (1999) Μάρκετινγκ Τόπου είναι ο σχεδιασμός του εκάστοτε τόπου, με σκοπό την ικανοποίηση των αναγκών των ομάδων-στόχων. Ένα Σχέδιο Μάρκετινγκ Τόπου θεωρείται επιτυχημένο όταν επιτυγχάνονται οι στόχοι ανάπτυξης που ορίζονται από τη διαδικασία και όταν ικανοποιούνται οι απαιτήσεις και οι προσδοκίες των κατοίκων, των επιχειρήσεων και των επισκεπτών (Δέφνερ και Μεταξάς, 2012∙ Μεταξάς, 2005).
Το Μάρκετινγκ Τόπου είναι μια στρατηγικά σχεδιασμένη διαδικασία, που απαιτεί πραγματική γνώση του τόπου προβολής και έχει ως στόχο την υποστήριξη της συνολικής εικόνας του. Δεν είναι απλώς ένα μέσο για την προβολή του, αλλά αποτελεί και ένα εργαλείο που τον βοηθάει να προσανατολιστεί, να βρει τη χαμένη του ταυτότητα και να κατευθύνει την ανάπτυξή του σύμφωνα με ένα όραμα. Η διαμόρφωση της ταυτότητας ενός τόπου αποτελεί στρατηγική για τον πολεοδομικό σχεδιασμό που με τη σειρά του μπορεί να αναδειχθεί σε εργαλείο διαμόρφωσης της εικόνας που θα συνοδεύει την ταυτότητα αυτή (Κατσαφάδου και Δέφνερ, 2015).
Οι στρατηγικές Μάρκετινγκ Τόπου βασίζονται σε διαφορετικές επιστημονικές προσεγγίσεις, περιλαμβάνοντας πεδία όπως ο χωρικός σχεδιασμός, η χωρική ανάπτυξη, η κοινωνική και οικονομική γεωγραφία, η επικοινωνία και διαφήμιση κ.ά. (Δέφνερ και Καραχάλης, 2012).
Ωστόσο, η σχετική αρθρογραφία αντιμετωπίζει το θέμα κυρίως ως θεώρηση που βασίζεται στη διαφήμιση και στη μεθοδολογία του κοινωνικού μάρκετινγκ (Kavaratzis και Ashworth, 2005∙ Lucarelliκαι Brostrom, 2012∙ Warnaby, 2009). Το τοπίο επιτρέπει στον τόπο να επιτύχει τη ζητούμενη σύνδεση μεταξύ του ονόματος, του προορισμού, των αναγνωρίσιμων φυσικών και υλικών χαρακτηριστικών, των ιστορικών και πολιτιστικών στοιχείων και κατ’ επέκταση των αναγνωρίσιμων τουριστικών πόρων, των τοπικών προϊόντων και υπηρεσιών του και τέλος των δραστηριοτήτων, που μπορούν να ενταχθούν σε αυτόν (Δοξιάδης και Λιβέρη, 2012). Συμβάλλει στην οργάνωση όλων των στοιχείων που μπορεί να προσφέρει ένας ειδικός τουριστικός προορισμός με τρόπο που επιτρέπει στον τόπο να διαφοροποιηθεί, να ανταγωνιστεί άλλους τόπους και να δημιουργήσει μια σχέση μοναδικότητας με τον επισκέπτη-καταναλωτή (Morgan κ.ά. 2002). Το τοπίο, ως απεικόνιση της πραγματικότητας μπορεί να συνεισφέρει στην ερμηνεία της ταυτότητας μιας περιοχής.
Ο τουρίστας παρατηρεί το περιβάλλον του τόπου που έχει επισκεφθεί, ο οποίος διαφέρει από το καθημερινό περιβάλλον του και με αυτόν τον τρόπο κατανοεί και αξιολογεί τον κόσμο, προσδιορίζοντας και τη δική του ταυτότητα (Jakle, 1987). Η οπτική ανίχνευση αποτελεί τη βασικότερη τουριστική δραστηριότητα. ‘Όσον αφορά στο τοπίο ως πόλο έλξης του τουρίστα, οι περιηγητές πηγαίνουν να δουν αυτό που ήδη ξέρουν ότι υπάρχει στον τόπο αυτό. Η μόνη καινούργια εμπειρία τους είναι οι δικές τους αντιδράσεις ως προς αυτά τα τοπία’. Στη διάρκεια της προγραμματισμένης τουριστικής περιήγησης αυτού του είδους, πραγματοποιείται και αυθόρμητη περιήγηση σε άλλα τοπία, μη διαφημισμένα (Τερκενλή, 1996).
Το τοπίο μπορεί ταυτόχρονα να αποτελέσει τόσο το υπόβαθρο για την τουριστική δραστηριότητα, όσο και το αποτέλεσμα όλων των παρεμβάσεων εκείνης, διότι η υπόσταση και η κλίμακα του έχουν δημόσια σημασία και εμβέλεια. Στην περίπτωση που ένας προορισμός αναδεικνύεται μέσω της προβολής του τοπίου του τότε μετατρέπεται σε βασικό οικονομικό κίνητρο η αξιοποίηση του τοπιακού κάλλους μιας περιοχής, του στοιχείου δηλαδή στο οποίο στηρίζεται συνολικά η τουριστική προβολή ενός προορισμού (Δοξιάδης και Λιβέρη, 2012).
Έτσι, ο τόπος και η τοπικότητα αναγνωρίζονται ως βάση για την ισχυρή και διαρκή εμπορική ταυτότητα ενός τόπου. Η τουριστική περιοχή αποτελεί το προϊόν της τουριστικής ανάπτυξης και αποκτά αξία ως τόπος. Η σωστή διαχείρισή του επιτρέπει τη συνέχιση της ανάπτυξής του (Κοκκώσης και Τσάρτας, 2001).
Η βιομηχανική επανάσταση, οι κοινωνικές αλλαγές, η πίεση των δημογραφικών προβλημάτων και η τεχνολογική πρόοδος που αυτά συνεπάγονταν, οδήγησαν τον άνθρωπο και τις μηχανές του να γίνουν η μεγαλύτερη δύναμη αλλαγής για το περιβάλλον και τις συνθήκες της φυσικής ζωής που υπάρχουν μέσα σ’ αυτό. Το γεγονός αυτό μεταφράζεται σε ευκαιριακές και ασύντακτες παρεμβάσεις στο τοπίο, οι οποίες κεφαλαιοποιούν τους φυσικούς πόρους και την αισθητική του αξία, δίνοντάς του άμορφη, ασαφή και μη οροθετημένη υπόσταση (Μανωλίδης, 2003).
Στη σύγχρονη πολεοδομική και αρχιτεκτονική σκέψη εντοπίζεται μία έντονη ανησυχία και ένα ανανεωμένο ενδιαφέρον για το τοπίο. Το μέλλον του είναι αβέβαιο εξαιτίας των ριζικών μετασχηματισμών που υφίσταται από ανθρωπογενείς και μη δραστηριότητες. Οι αχανείς αστικοί σχηματισμοί, η δυναμική εξάπλωσης των δικτύων υποδομής και η κινητικότητα των λειτουργιών θέτουν το τοπίο στο επίκεντρο των προσεγγίσεων για την ερμηνεία και το σχεδιασμό του χώρου.

4. Ντουμπάι
Το Ντουμπάι βρίσκεται στα παράλια του Περσικού κόλπου και είναι το δεύτερο μεγαλύτερο σε πληθυσμό και έκταση από τα επτά Ενωμένα Αραβικά Εμιράτα. Την πόλη διατρέχει ένα ποτάμι μήκους 10 χλμ, χωρίζοντάς τη σε δύο κομμάτια, το ανατολικό (Deira) και το δυτικό (Bur Dubai) (Fazal, 2008). Κατά την τελευταία δεκαετία το Εμιράτο γνώρισε μεγάλη οικονομική ανάπτυξη ως το αποτέλεσμα της ταχείας αστικοποίησης, η οποία μετέτρεψε την έρημο σε παγκόσμιο κέντρο οικιστικών, εμπορικών, αθλητικών και τουριστικών εγκαταστάσεων. Κατάφερε να γίνει μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα μια διεθνής πόλη (instant world city), ένας κόμβος για τις διακρατικές ροές κεφαλαίων, ανθρώπων και γνώσεων μέσω του Μάρκετινγκ Τόπου, των αρχιτεκτονικών μορφών του και των λειτουργιών που προσφέρει.
Οι φιλόδοξες, μικτών χρήσεων, αστικές συνθέσεις με πολυτελείς κατοικίες, ξενοδοχεία, συγκροτήματα γραφείων, μεγάλης έκτασης εμπορικά κέντρα και συγκροτήματα ψυχαγωγίας κατάφεραν να αλλάξουν το χαρακτήρα του Εμιράτου θέτοντάς το στην κορυφή της παγκόσμιας σκηνής της αγοράς ακινήτων (Bagaeen, 2007∙ Bassens, κ.ά. 2010).
Κύριος μοχλός της πρόσφατης αστικής ανάπτυξης υπήρξε η εφαρμογή μιας στρατηγικής με σκοπό τη διαφοροποίηση της βάσης της οικονομίας μέσω εσωτερικών επενδύσεων στην αγορά ακινήτων. Αυτή η πολιτική οδήγησε στη δεκαπλάσια αύξηση του πληθυσμού του Ντουμπάι μέσα σε 40 περίπου χρόνια, κυρίως λόγω της αύξησης των αλλοδαπών εργαζόμενων. Ωστόσο, σημαντικότερο είναι το γεγονός ότι η αστική ανάπτυξη δεν περιορίστηκε από τα φυσικά όρια του, όπως είναι το ερημικό περιβάλλον της ακτής του κόλπου ή από ζητήματα ιδιοκτησίας γης (Nassar κ.ά., 2014).
Σε αυτό το σημείο, αξίζει να γίνει μια σύντομη αναφορά στην πορεία εξέλιξης της πόλης του Ντουμπάι. Μέχρι το 1822, που θεωρείται και η αρχή της σύγχρονης ιστορίας της πόλης δεν υπάρχουν ακριβείς πληροφορίες για τη δημογραφική σύνθεση και τα αστικά στοιχεία της. Το 1833, 800 άτομα εγκαθίστανται για πρώτη φορά στην περιοχή δίπλα στο ποτάμι.
Σε αυτή την πρώιμη περίοδο, η οικονομία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την αλιεία και το Ντουμπάι αποτελεί σημείο διέλευσης χερσαίων εμπορικών συναλλαγών, καθώς και στρατηγικό θαλάσσιο λιμάνι για τα εμπορικά πλοία (Al Darmaki, 2008). Το 1970 ανακαλύπτονται μεγάλα αποθέματα πετρελαίου, γεγονός που προσελκύει εργατικό δυναμικό κυρίως από χώρες του εξωτερικού με αποτέλεσμα η πληθυσμιακή ανάπτυξη του Ντουμπάι να επιταχύνεται. Η κυβέρνηση χρησιμοποιεί τα έσοδα από το πετρέλαιο για να αναπτύξει υποδομές και βιομηχανικά έργα (Nassar κ.ά., 2014). Έτσι, από το 1956 έως το 1970 η πόλη γνωρίζει συμπαγή ανάπτυξη που βασίζεται στο Master Plan του 1960. Οι μελετητές του σχεδίου προτείνουν και κατασκευάζουν ένα οδικό δίκτυο που χωρίζει την πόλη σε ζώνεςχρήσεις γης με δακτυλίους γύρω από το κέντρο και ακτινωτό δίκτυο δρόμων στα προάστια. Κατασκευάζεται το τούνελ Shindagha κάτω από το ποτάμι και συνδέονται οι δύο πλευρές του ποταμιού με δύο γέφυρες. Επίσης, δημιουργείται το λιμάνι Rashid και η παραλία Jumeirah για οικιστική χρήση. Ανατολικά της πόλης αναπτύσσεται το επιχειρηματικό, τραπεζικό και διοικητικό κέντρο, στο οποίο κατασκευάζεται και το διεθνές αεροδρόμιο, δυτικά αναπτύσσεται το λιμάνι και το βιομηχανικό κέντρο της πόλης, ενώ νότια βρίσκονται οι εγκαταστάσεις εκπαίδευσης, υγείας και ελεύθερου χρόνου (Acuto, 2014∙ Pacione, 2005).
Το 1971 αναθεωρείται το Master Plan του 1960. Τα βασικά προβλήματα που πρέπει να λυθούν είναι το ποτάμι ως όριο που εμποδίζει την επικοινωνία των δύο τμημάτων, η μη ύπαρξη χερσαίας οδού κοντά στο κέντρο της πόλης που να συνδέει τις δύο ενότητες και το κυκλοφοριακό πρόβλημα εξαιτίας της αύξησης των ιδιωτικών αυτοκινήτων σε συνδυασμό με την έλλειψη δημόσιας συγκοινωνίας.
Έτσι, στο σχέδιο προτείνονται και υλοποιούνται αλλαγές στο οδικό σύστημα, τις κυκλοφοριακές ρυθμίσεις, τη στάθμευση των αυτοκινήτων και τις χρήσεις γης σε περιοχές με μελλοντική χρήση (Al Darmaki, 2008). Το 1985 συντάσσεται ένα νέο, και πιο ολοκληρωμένο, σχέδιο για την πόλη του Ντουμπάι. Το σχέδιο αυτό αποτελεί έρευνα για τις σύγχρονες συνθήκες του αγροτικού και αστικού περιβάλλοντος της πόλης, η οποία βασίζεται σε πληροφορίες, εκθέσεις, εναέριες φωτογραφίες και λεπτομερείς χάρτες. Καταλήγει στις απαραίτητες προτάσεις για τα υφιστάμενα προβλήματα που μπορεί να καθυστερήσουν την αστική εξέλιξη (Al Darmaki, 2008∙ Bloch, 2010). Από το 1972 έως το 1990, το μεγαλύτερο μέρος της αστικής ανάπτυξης είναι συγκεντρωμένο γύρω από το ποτάμι.
Κατά τη δεκαετία του 1990 η αστική περιοχή επεκτείνεται κυρίως προς την ανατολή για οικιστικούς λόγους, αλλά και προς τη δύση σύμφωνα με το Στρατηγικό Σχέδιο του 1993. Χαρακτηριστικό της εποχής είναι η δημιουργία μικρότερων πόλεων-ενοτήτων μέσα στην πόλη του Ντουμπάι, περιλαμβάνοντας την Πόλη των Φεστιβάλ (Festival City), των Media (Media City), του Internet (Internet City), την Αθλητική Πόλη (Sports City) και την Πόλη της Υγειονομικής Περίθαλψης (Healthcare City) [Acuto, 2014∙ Kubat κ.ά., 2009∙ Nassar κ.ά., 2014].
Μετά την κατάρρευση των τιμών του πετρελαίου το 1997, η κυβέρνηση λαμβάνει μια στρατηγική απόφαση με σκοπό να διαφοροποιήσει την οικονομία του Εμιράτου προκειμένου να αποφευχθεί η υπερβολική εξάρτηση από την εύθραυστη βιομηχανία του πετρελαίου, με την οικοδόμηση νέων υποδομών, την τόνωση της κυκλοφορίας των ακινήτων και την ανάπτυξη του τουρισμού. Το αποτέλεσμα είναι τα έσοδα του πετρελαίου να μειωθούν από το 46% του συνολικού εισοδήματος στο 5% το 2005 και σε λιγότερο από 2% το 2010.
Η κυβέρνηση του Ντουμπάι εφαρμόζει μια σειρά από πολιτικές για την προσέλκυση ξένων επιχειρήσεων, επιτρέποντας για παράδειγμα την πλήρη κυριότητα και 0% φόρους εισοδήματος σε ελεύθερες ζώνες για 25 χρόνια. Αυτές οι πρωτοβουλίες εξηγούν τη δραματική αύξηση του αριθμού των αστικών περιοχών, συμπεριλαμβανομένων και των αρτηριών που εντοπίζονται μεταξύ του 2000 και του 2005 (Nassar κ.ά., 2014: 55). Το 2002 ο κυβερνήτης του Ντουμπάι εκδίδει διάταγμα προκειμένου να επιτρέψει τη ξένη ιδιοκτησία ακινήτων, οδηγώντας σε μια πραγματική έκρηξη στην αγορά ακινήτων.
Το αποτέλεσμα αυτής της έκρηξης είναι η κατασκευή πρόσθετων οδικών αρτηριών μεταξύ του 2005 και του 2008. Αυτή τη χρονική περίοδο, οι ετήσιοι ρυθμοί αστικής και πληθυσμιακής ανάπτυξης παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, ενώ κατά τη διάρκεια του 2008-2011 οι ίδιοι ρυθμοί μειώνονται. Αυτή είναι και η πρώτη φορά από την έναρξη της περιόδου αστικοποίησης κατά την οποία σημειώνεται αύξηση της ετήσιας πληθυσμιακής πυκνότητας, γεγονός που υποδεικνύει μια επιβράδυνση της αστικής διάχυσης. Ωστόσο, την τελευταία περίοδο παρατηρείται μια μεγάλη επέκταση της αστικής περιοχής (Bagaeen, 2007∙ Nassar κ.ά., 2014).
Μέχρι το 2011 οι αστικές περιοχές καλύπτουν το 15% της συνολικής γης του Εμιράτου. Παράλληλα, το ποσοστό του πληθυσμού που ζει εκεί είναι αρκετά υψηλό και έχει παραμείνει έτσι από τη δεκαετία του 1970 (95-98%). Οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης στις αστικές περιοχές, τα υψηλά ποσοστά της αστικής κάλυψης της γης και ο αστικός πληθυσμός αποτελούν αξιοσημείωτα χαρακτηριστικά του Ντουμπάι, σε αντίθεση με την παρατηρούμενη διαδικασία επέκτασης της πόλης που είναι κοινή με τις περισσότερες πόλεις παγκοσμίως (Nassar κ.ά., 2014: 55).
Τα πρώτα παράκτια έργα παρατηρούνται μεταξύ του 1972 και του 1976 με την επέκταση του λιμανιού Rashid και των αποβάθρων του. Κατά την περίοδο 1976-1985 ακολουθεί η ανασκαφή του Jebel Ali που θεωρείται σήμερα το μεγαλύτερο εσωτερικό τεχνητό λιμάνι του κόσμου. Το 1992-1998 ξεκινούν τα πρώτα υπεράκτια έργα για την ακίνητη περιουσία και για τουριστικούς λόγους με την επέκταση της παραλίας Jumairah και την κατασκευή του Ξενοδοχείου Burj Al Arab. Τη χρονική περίοδο 2000-2003 παρατηρείται σημαντική αύξηση στο ρυθμό και την κλίμακα της υπεράκτιας ανάπτυξης με την κατασκευή του πρώτου τεχνητού νησιού Jumairah Palm Island. Ακόμα πιο εκτεταμένες αλλαγές στην ακτογραμμή εμφανίζονται μεταξύ 2003 και 2011 όταν 68 τχλμ προστίθενται στη συνολική περιοχή του Εμιράτου από υπεράκτια έργα αποκατάστασης στον Περσικό Κόλπο. Μέχρι το 2011 περίπου 11 τχλμ θαλάσσιου περιβάλλοντος έχουν μετατραπεί σε αστικές περιοχές, ενώ περίπου 57 τχλμ έχουν μετατραπεί σε άμμο, καθώς τέσσερα νησιά είναι ακόμα σε ανάπτυξη (Palm Deira, World Islands, Palm Jebel Ali, Dubai Waterfront) [Al Darmaki, 2008∙ Nassar κ.ά., 2014: 55]. Κατά τη διάρκεια των 40 περίπου τελευταίων χρόνων παρατηρείται στο Ντουμπάι μια δραματική αύξηση στον τομέα της αστικής κάλυψης γης (561 τχλμ). Η πλειοψηφία αυτής της αστικής ανάπτυξης εμφανίζεται μετά το 2000, ενώ την περίοδο 2003-2005 παρατηρείται το εξαιρετικά υψηλό ποσοστό αστικής ανάπτυξης (13,02%). Κατά τη διάρκεια αυτών των χρόνων εφαρμόζονται πολιτικές με σκοπό την ανάπτυξη των πράσινων χώρων (φάρμες, πάρκα, κήποι και μαγκόβρια δάση) με αποτέλεσμα τη σημαντική αύξηση των περιοχών βλάστησης με ετήσιο ποσοστό ανάπτυξης το 10,47%. Η επέκταση του ποταμού, η κατασκευή του λιμανιού και η δημιουργία υδάτινων σωμάτων για αναψυχή οδηγούν στην αύξηση του ποσοστού του νερού με ετήσιο ρυθμό αύξησης το 4,06%. Τέτοιας έκτασης αλλαγές στη βλάστηση και στο νερό είναι πιθανόν να έχουν οικολογικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Η διατήρηση των εν λόγω εκτάσεων σε μια άνυδρη περιοχή απαιτεί συνεχείς εισροές ενέργειας, νερού και χημικών, γεγονός που μπορεί να έχει αρνητικές συνέπειες στο περιβάλλον. Ωστόσο, αυτές οι εκτάσεις γης μπορεί να προάγουν την βιοποικιλότητα και να βελτιώσουν το μικροκλίμα και την ποιότητα του αέρα με τέτοια τρόπο που να μετριάσουν τις επιπτώσεις στην αστική ανάπτυξη (Nassar κ.ά., 2014). Tο Ντουμπάι με την εφαρμογή μιας αναπτυξιακής στρατηγικής κατάφερε μέσα σε λίγα μόλις χρόνια να διαφοροποιήσει την οικονομία του και να γνωρίσει μεγάλη οικονομική ανάπτυξη. Το Μάρκετινγκ Τόπου επέτρεψε στο Εμιράτο να αλλάξει το χαρακτήρα και τη φυσιογνωμία του και να μετατραπεί από έρημος σε παγκόσμιο κόμβο οικιστικών, εμπορικών, αθλητικών και τουριστικών εγκαταστάσεων. Σε αυτό βέβαια συνετέλεσε το γεγονός ότι η αστική ανάπτυξη επεκτάθηκε πέραν των ορίων της ακτής του κόλπου, με τη δημιουργία των τεχνητών εγκαταστάσεων του λιμανιού και των αποβάθρων του, όπως και των νησιών, κάτι που μεταμόρφωσε πλήρως το τοπίο του Ντουμπάι. Ωστόσο, αυτές οι δυνητικές αλλαγές μπορεί να οδηγήσουν σε αρνητικές συνέπειες στο περιβάλλον της πόλης.
5. Νέα Ζηλανδία
Η Νέα Ζηλανδία βρίσκεται στο νότιο Ειρηνικό Ωκεανό, νοτιοανατολικά της Αυστραλίας. Το τοπίο της χώρας αποτελεί σημαντικό στοιχείο του πολιτισμού και της εικόνας της. Η επαφή με το περιβάλλον, τα εθνικά πάρκα και οι δραστηριότητες σε εξωτερικούς χώρους είναι μέρος του πολιτισμού της χώρας.
Το 1840, η Νέα Ζηλανδία χαρακτηρίζεται από έλλειψη προσβασιμότητας, διαμονής εγκαταστάσεων και δημοσιότητας και κατ’ επέκταση από φυσική παρθένα ομορφιά και προσφερόμενες δραστηριότητες που κεντρίζουν το ενδιαφέρον και την περιέργεια των εύπορων, τουριστών περιπέτειας. Το 1845, ο Robert Graham παρατηρεί ότι στην περιοχή Waiwera που βρίσκεται 48 χλμ βόρεια του Auckland υπάρχουν θερμές πηγές και κατασκευάζει εκεί το πρώτο ‘θέρετρο’ στην περιοχή. Το 1876 η κυβέρνηση παίρνει τον έλεγχο του επαρχιακού σιδηροδρομικού συστήματος και έτσι αρχίζει και αναδύεται το εθνικό τουριστικό σύστημα. Το 1877 δημιουργείται το πρώτο εθνικό πάρκο με την επωνυμία Tongarino και στη συνέχεια προστίθενται άλλα 13 στο χάρτη της Νέας Ζηλανδίας (New Zealand, 2015∙ Tourism New Zealand, 2001). Το 1901 η τουριστική κίνηση οδηγεί στη δημιουργία του πρώτου εθνικού τουριστικού οργανισμού στον κόσμο (Department of Tourist and Health Resorts). Ο ρόλος του οργανισμού αυτού είναι η δημιουργία πρόσβασης και εγκαταστάσεων (κυρίως διαμονής) στα θέρετρα για τη διευκόλυνση των τουριστών. Το 1954, ο οργανισμός μετονομάζεται (Tourist and Publicity Department), ενώ το 1991 αντικαθίσταται από το New Zealand Tourism Board το οποίο με τη σειρά του μετονομάζεται σε Tourism New Zealand το 1999. Μέχρι το 1950 η Νέα Ζηλανδία έχει καταφέρει να δημιουργήσει ένα δίκτυο τουριστικών εγκαταστάσεων σε μεγάλες τουριστικές περιοχές. Στο πλαίσιο της τουριστικής προώθησης της χώρας λειτουργεί κυβερνητική υπηρεσία κρατήσεων σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, ενώ παράλληλα υπάρχει και εκστρατεία προώθησής της στο εξωτερικό. Πριν το 1960 η χώρα έλκει λίγους εύπορους τουρίστες περιπέτειας από τη Μεγάλη Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής (Tourism New Zealand, 2001∙ Tourism New Zealand, 2009).
Το 1990 δεν υπάρχει πραγματικό ενδιαφέρον από την κυβέρνηση για την προώθηση της χώρας η οποία αντιμετωπίζει οικονομική ύφεση στους κύριους παραδοσιακούς τομείς εξαγωγής της. Εκείνη την περίοδο γίνονται οι πρώτες διεθνείς προσπάθειες μάρκετινγκ οι οποίες όμως εφαρμόζονται αποσπασματικά διότι δημιουργούνται διαφορετικές καμπάνιες για την κάθε ομάδα-στόχο, οι οποίες σχεδιάζονται με τέτοιο τρόπο ούτως ώστε να ανταποκρίνονται στις ανάγκες τους. Το αποτέλεσμα είναι η χώρα να στέλνει ανάμικτα, ασυντόνιστα και συγκεχυμένα μηνύματα στο εξωτερικό (Tourism New Zealand, 2009).
Το 1995 η Νέα Ζηλανδία κάνει μια προσπάθεια να αποκαταστήσει την κατακερματισμένη εικόνα της στις παγκόσμιες αγορές προωθώντας την καμπάνια ‘Ο Tρόπος της Νέας Ζηλανδίας’ (‘The New Zealand Way’). Η καμπάνια αυτή υιοθετεί 6 αξίες οι οποίες είναι η περιβαλλοντική ευθύνη, το επίτευγμα (achievement), η πολιτιστική πολυμορφία, η ακεραιότητα, η καινοτομία και η ποιότητα και θεωρείται επιτυχημένη σε εθνικό επίπεδο (Hall, 2010).
Το 1999, η χώρα προωθεί μία από τις πρώτες παγκόσμιες τουριστικές καμπάνιες, μια τομή στο τουριστικό μάρκετινγκ. Η ανακάλυψη και η χρήση της έκφρασης ‘100% Καθαρή Νέα Ζηλανδία’ (‘100% Pure New Zealand’), η οποία μπορεί να κατανοηθεί σε όλο τον κόσμο, αντικατοπτρίζει το μοναδικό φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον της χώρας υποδηλώνοντας και την απομόνωσή της από τους έντονους ρυθμούς των μεγαλουπόλεων.
Η διαφήμιση της καμπάνιας δίνει σημαντική έμφαση στο σκηνικό και στο τοπίο, αποσκοπώντας στην παρουσίαση της φυσικής ομορφιάς της Νέας Ζηλανδίας. Παρουσιάζει εικόνες παρθένων, δραματικών τοπίων με εξαιρετική θέα θέτοντας τη χώρα στο εξωτερικό ως έναν καθαρό, πράσινο, αγνό και αμόλυντο τόπο που μπορεί κανείς να επισκεφτεί για ένα αληθινό, περιπετειώδες ταξίδι. Οι παραστάσεις των ανθρώπων, του τόπου και του ήθους μπορούν να βρεθούν στον τρόπο που οι άνθρωποι και οι κοινότητες επικοινωνούν με τον τόπο, μεταμορφώνοντάς τον σε τοπίο.
Η καμπάνια αυτή θεωρείται ιδιαίτερα επιτυχημένη διότι στο τέλος του 2000 ο αριθμός των τουριστών αυξήθηκε κατά 10% και οι δαπάνες των τουριστών κατά 20% (Campelo κ.ά., 2010∙ Tourism Industry Association New Zealand, 2014∙ Tourism New Zealand, 2009).
Το 2002 γίνεται μία αποτυχημένη προσπάθεια προώθησης της χώρας στο εξωτερικό περιβάλλον με την υιοθέτηση ενός πλαισίου πολιτικής για την οικονομική μεταμόρφωση της χώρας. Η κεντρική ιδέα είναι η απεικόνιση της Νέας Ζηλανδίας ως μία καινοτόμα, επιχειρηματική και δημιουργική χώρα. Σκοπός του πλαισίου είναι η επίτευξη μακροπρόθεσμης βιώσιμης ανάπτυξης η οποία είναι απαραίτητη για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των ιθαγενών.
Παράλληλα, δημοσιεύεται το εμπορικό σήμα της χώρας που έχει τη μορφή φτέρης και αποσκοπεί στη στήριξη των επιχειρήσεών της σε σημαντικές διεθνείς αγορές. Η φτέρη συμβολίζει την ιστορία που μπορούν να προσφέρουν οι επιχειρήσεις της χώρας γι αυτήν καθώς και την αύξηση των διεθνών συνδέσεων. Το 2004 τελικά καταχωρείται το πρόγραμμα ‘Νέα Ζηλανδία, Νέος Τρόπος Σκέψης’ (‘New Zealand, New Thinking’) το οποίο περιλαμβάνει 5 αξίες για τη χώρα: το νέο έθνος στον Ειρηνικό Ωκεανό, που διαθέτει επιχειρηματικό πνεύμα, συνδέσεις σε παγκόσμιο επίπεδο, παρέχει χώρο και ελευθερία, και επινοητικότητα (Hall, 2010). Το 2007 η καμπάνια επεκτείνεται, ενισχύοντας την προηγούμενη θέση της, αλλά εστιάζοντας στη Νέα Ζηλανδία ως τη νεότερη χώρα στη γη (‘The Youngest Country’). Η νέα διαφήμιση περιέχει κοντινότερα πλάνα των προσώπων των επισκεπτών, προσελκύοντας τους νέους τουρίστες να δραστηριοποιηθούν στον τόπο κάνοντας καγιάκ, περπατώντας, ζωγραφίζοντας στην άμμο κ.ά., σε αντίθεση με τη νεότερη διαφήμιση η οποία αρκούνταν στην παρουσίαση των εξαιρετικών τοπίων.
Το στοιχείο της απεικόνισης ανθρώπων σε δράση που έρχονται σε επαφή με τη φύση διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη δημιουργία της αίσθησης της διαφορετικότητας και της μοναδικότητας που μπορεί να αναπτύξει ο επισκέπτης σε σχέση με την κοινότητα, τους ιθαγενείς και το τοπίο (Becken, 2005∙ Campelo κ.ά., 2010). To 2013 η καμπάνια επεκτείνεται για άλλη μια φορά και η έκφραση ‘100% Μέση Ανατολή’ (‘100% Middle-Earth’) εμφανίζεται δίπλα στην ‘100% Καθαρή Νέα Ζηλανδία’.
Η καμπάνια προσπαθεί να αξιοποιήσει το γεγονός της προσοχής που άντλησε η περιοχή από την προβολή της τριλογίας του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών και του The Hobbit και να δώσει την αίσθηση πως ο φανταστικός κόσμος που προβάλλεται μπορεί να γίνει πραγματικότητα αν κάποιος επιλέξει τη χώρα ως τουριστικό προορισμό (Tourism New Zealand, 2015). Στην τουριστική στρατηγική της χώρας για το 2015 εισάγονται για πρώτη φορά οι έννοιες της προστασίας (kaitiakitanga) και της φιλοξενίας (manaakitanga).
Με άλλα λόγια αναγνωρίζεται πλέον η ανάγκη της βιωσιμότητας στον τουρισμό για την προβολή των μέγιστων οικονομικών, κοινωνικών, πολιτιστικών και περιβαλλοντικών αξιών του τόπου.
Συγκεκριμένα με τον όρο προστασία υποδηλώνεται η βιώσιμη διαχείριση του φυσικού, πολιτιστικού και δομημένου περιβάλλοντος για τις σύγχρονες και τις μελλοντικές γενιές και με τον όρο φιλοξενία η πρόσκληση προς τον επισκέπτη να γνωρίσει το καλύτερο που μπορεί να προσφέρει η χώρα (Ministry of Tourism κ.ά., 2007).
Η Νέα Ζηλανδία ανέδειξε και αξιοποίησε το παρθένο, φυσικό και πολιτιστικό τοπίο της προκειμένου να καθιερώσει τη δική της ταυτότητα και να καθιερωθεί ως διεθνής τουριστικός προορισμός. Η υιοθέτηση της καμπάνιας ‘100% Καθαρή Νέα Ζηλανδία’ και η συνεχόμενη επέκτασή της που απευθυνόταν κάθε φορά σε διαφορετική ομάδα-στόχο επέτρεψε στη χώρα να προσελκύσει διαφορετικών ειδών τουρίστες με αποτέλεσμα να μπορέσει να επανατοποθετηθεί στον παγκόσμιο τουριστικό χάρτη.
Ωστόσο, η δυνητική έμφαση σε συγκεκριμένους τουριστικούς προορισμούς μπορεί μελλοντικά να οδηγήσει σε επιπτώσεις στο τοπίο της.

6. Συμπεράσματα
Το τοπίο περιλαμβάνει στοιχεία του φυσικού και του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος. Δεν είναι μια έννοια που υφίσταται ανεξάρτητα από τον άνθρωπο, αλλά βρίσκεται σε αλληλεπίδραση με αυτόν. Η πρόσληψη της εικόνας του τοπίου από το ανθρώπινο βλέμμα και η εκ νέου ανάγνωσή της από το ανθρώπινο πνεύμα έχουν ιδιαίτερη σημασία διότι σε αυτή τη διαδικασία εμπεριέχεται έντονα το στοιχείο της υποκειμενικότητας, της αισθητικής και της ιδεολογίας του παρατηρητή, όπως και οι συνθήκες που επικρατούν στο τόπο τη στιγμή της παρατήρησης.
Το Μάρκετινγκ Τόπου αποτελεί εργαλείο για την εύρεση της χαμένης ταυτότητας του τόπου και τη μετέπειτα υποστήριξη και προώθηση της εικόνας του. Ωστόσο, το τοπίο αποτελεί ταυτόχρονα το υπόβαθρο της τουριστικής δραστηριότητας και το αποτέλεσμα των παρεμβάσεών της, τη βάση από την οποία προκύπτει η ταυτότητα ενός τόπου, αλλά και το τελικό παρεχόμενο αγαθό από τη στρατηγικά σχεδιασμένη διαδικασία του Μάρκετινγκ Τόπου.
Το τοπίο επιτρέπει στον τόπο να αναγνωρίσει τα χαρακτηριστικά του και να δημιουργήσει την ιδιαίτερη και αναγνωρίσιμη ταυτότητά του. Στην προσπάθεια αυτή επηρεάζεται από άυλους και υλικούς παράγοντες, ορισμένες φορές αναδεικνύεται, ενώ ορισμένες αλλοιώνεται.
Στην εισήγηση αναλύθηκαν τα παραδείγματα του Ντουμπάι και της Νέας Ζηλανδίας, προκειμένου να γίνει φανερός ο τρόπος με τον οποίο δύο τελείως διαφορετικές στρατηγικές Μάρκετινγκ Τόπου μπορούν να επηρεάσουν το τοπίο. Στο Ντουμπάι εφαρμόστηκε μια αναπτυξιακή στρατηγική με στόχο τη δημιουργία νέου τεχνητού τοπίου που αποτελείται από σημαντικές αρχιτεκτονικές και πολεοδομικές μορφές.
Ο λόγος κατασκευής όλων αυτών των μορφών ήταν η δημιουργία μιας δυναμικής εικόνας για την πόλη που συνεχώς εξελίσσεται, από τη στιγμή που εκεί ανεγείρονται γρήγορα μεγάλες και αξιοπρόσεκτες κατασκευές που ελκύουν το εύπορο και ‘δημιουργικό’ κοινό.
Η εφαρμογή της καινοτόμου στρατηγικής Μάρκετινγκ Τόπου οδήγησε στην ενίσχυση και στον εκσυγχρονισμό των υποδομών της πόλης επιτρέποντάς την καθιέρωση της ξεχωριστής τοπικής ταυτότητάς της. Το Ντουμπάι μετατράπηκε από ασήμαντο ψαροχώρι στον Περσικό κόλπο σε κοσμοπολίτικο παγκόσμιο κέντρο του 21ου αιώνα. Στην περίπτωσή του δεν αναδείχθηκαν τα τοπικά χαρακτηριστικά του, αλλά δημιουργήθηκαν νέα. Το γεγονός αυτό οδήγησε στην πλήρη μεταμόρφωση του τοπίου, του χαρακτήρα και της φυσιογνωμίας του. Η μετατροπή της μορφής του παράκτιου τοπίου και η δημιουργία των τεχνητών νησιών αγνόησαν παντελώς το κλίμα και τη γεωγραφία της περιοχής. Τα παράκτια έργα και τα τεχνητά νησιά κάνουν ιδιαίτερη αίσθηση, αφήνοντας το σημαντικό αποτύπωμά τους στο τοπίο του λιμανιού.
Ωστόσο, αυτή η μεταμόρφωση του τοπίου ενδέχεται να οδηγήσει μακροπρόθεσμα και σε αρνητικές συνέπειες στο υδάτινο, και όχι μόνο, περιβάλλον με αλλαγές στη δυναμική των ρευμάτων και των λειτουργιών των οικοσυστημάτων. Απαιτείται πρόσθετη έρευνα για την κατανόηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων αυτής της παράκτιας αλλαγής προκειμένου να καθοριστούν οι περιβαλλοντικές στρατηγικές διαχείρισης και να καθοδηγηθεί η μελλοντική ανάπτυξη των εν λόγω περιοχών.
Η Νέα Ζηλανδία από την άλλη πλευρά, αποτελεί ένα επιτυχημένο παράδειγμα διεθνούς τουριστικού προορισμού, η ταυτότητα του οποίου βασίζεται στο τοπίο του. Η υιοθέτηση της καμπάνιας ‘100% Καθαρή Νέα Ζηλανδία’ επανατοποθέτησε τη χώρα στον παγκόσμιο τουριστικό χάρτη. Η Νέα Ζηλανδία χρησιμοποιεί το φυσικό τοπίο της για να συνοψίσει το μοναδικό, παρθένο, φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον που προσφέρει ξεχωριστές εμπειρίες και διαφέρει από τις χώρες καταγωγής των επισκεπτών.
Ωστόσο, η έμφαση σε συγκεκριμένους τουριστικούς προορισμούς της χώρας μπορεί δυνητικά να οδηγήσει σε μη βιώσιμη τουριστική ανάπτυξη με ανεπανόρθωτες ‘βλάβες’ στο τοπίο. Ένα ταξίδι μεγάλων αποστάσεων για την επίσκεψη ενός τουριστικού προορισμού μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα σημαντικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου.
Η υψηλή επισκεψιμότητα ορισμένων δημοφιλών προορισμών οδηγεί στη συμφόρηση των υποδομών, κάτι που μπορεί να οδηγήσει με τη σειρά του σε αρνητικές φυσικές και κοινωνικές συνέπειες. Η άνιση γεωγραφική κατανομή των τουριστικών δαπανών αποτελεί χαμένη ευκαιρία για περιφερειακή ανάπτυξη.

Μελετώντας τα παραδείγματα του Ντουμπάι και της Νέας Ζηλανδίας γίνεται κατανοητό πως το τοπίο διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην τουριστική προώθηση ενός προορισμού, δικαιολογώντας, επιβεβαιώνοντας και ενισχύοντας τη σημασία του τοπίου στις σύγχρονες τάσεις του τουρισμού.
Επίσης γίνεται αντιληπτό και το αντίστροφο, δηλαδή ότι οι στρατηγικές Μάρκετινγκ Tόπου ασκούν επιρροή στο τοπίο, ο βαθμός της οποίας ποικίλει κατά περίπτωση. Τόσο το Ντουμπάι με τη δημιουργία νέου τεχνητού τοπίου όσο και η Νέα Ζηλανδία με την ανάδειξη του φυσικού τοπίου της κατάφεραν να δημιουργήσουν και να ενισχύσουν αντίστοιχα μία ταυτότητα, να αναπτύξουν την οικονομία τους και να καθιερωθούν ως παγκόσμιοι τουριστικοί προορισμοί.
Και οι δύο στρατηγικές Μάρκετινγκ Τόπου θεωρούνται επιτυχημένες, χωρίς αυτό να συνεπάγεται και επιτυχία στη διαχείριση του τοπίου τους. Τη δεδομένη στιγμή δεν φαίνεται να υπάρχουν αρνητικές συνέπειες, αυτό όμως μακροπρόθεσμα μπορεί να αλλάξει. Προκειμένου να αποδειχθεί η υπόθεση αυτή απαιτείται πρόσθετη έρευνα και στις δύο περιοχές. Τέλος, η στρατηγική Μάρκετινγκ Τόπου που εφαρμόστηκε στη Νέα Ζηλανδία βασίστηκε φαινομενικά στην ανάδειξη του φυσικού τοπίου της. Για να ενισχυθεί η ταυτότητα αυτή χρειάστηκε η επέμβαση του ανθρώπου και η δημιουργία διαφορετικού τύπου εγκαταστάσεων, όπως και η προώθηση συγκεκριμένων τουριστικών προορισμών. Η επέμβαση του ανθρώπου στην περίπτωση αυτή μπορεί να θεωρηθεί ελάχιστη σε σχέση με την περίπτωση του Ντουμπάι, ωστόσο, το γεγονός αυτό έχει ήδη επηρεάσει τη χώρα σε άυλο επίπεδο, κάτι που μελλοντικά θα μετατραπεί σε υλικό, αφήνοντας το αποτύπωμά του στην περιοχή.

Βιβλιογραφία
Ελληνόγλωσση

Ανανιάδου-Τζημοπούλου, Μ. (επ.) και Τσαλικίδης, Ι. Α. (επ.) (2006) Αρχιτεκτονική Τοπίου: Εκπαίδευση, Έρευνα και Εφαρμοσμένο Έργο, Πρακτικά Συνεδρίου, 11-14 Μαΐου 2005, Θεσσαλονίκη: Ζήτη.
Δέφνερ Α. και Καραχάλης, Ν. (επ.) (201) Marketing και Branding Τόπου: Η Διεθνής και η Ελληνική Πραγματικότητα, Βόλος: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Θεσσαλίας.
Δέφνερ, Α. και Μεταξάς, Θ. (2012) ‘Από το Μάρκετινγκ των Πόλεων στο Marketing των Μουσείων και Αντίστροφα: Η Σημασία του Πολιτισμού και του Τουρισμού’ , στο Δέφνερ και Καραχάλης (επ.), σελ. 324-341.
Δοξιάδης, Θ. και Λιβέρη, Δ. (2012) ‘Τόπος, Τοπίο, Ταυτότητα και Επονομασία’, στο Δέφνερ και Καραχάλης (επ.), σελ. 453-473.
Δουκέλλης, Π. (2007) Το Ελληνικό Τοπίο Μελέτες Ιστορικής Γεωγραφίας και Πρόσληψης του Τόπου, Αθήνα: Εστία.
Ελευθεριάδης, Ν. (2006) Αισθητική Τοπίου, Δράμα: Χάρις.
Κατσαφάδου, Σ. και Δέφνερ, Α. (2015) ‘Τοπίο, Ειδικά Γεγονότα και Τοπική Αυτοδιοίκηση: Το Παράδειγμα του Διεθνούς Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας’, Πρακτικά 13ου Επιστημονικού Συνεδρίου, Ελληνικό Τμήμα της Ευρωπαϊκής και Διεθνούς Εταιρείας Περιφερειακής Επιστήμης (RSAI, ERSA), Αυτοδιοίκηση και Τοπική και Περιφερειακή Ανάπτυξη: Σύγχρονες Προοπτικές, 26-27 Ιουνίου 2015, Αθήνα: Ινστιτούτο Περιφερειακής Ανάπτυξης.
Κοκκώσης, Χ. και Τσάρτας, Π. (2001) Βιώσιμη Τουριστική Ανάπτυξη και Περιβάλλον, Αθήνα: Κριτική.
Μεταξάς, Θ. (2005) ‘Μάρκετινγκ του Τόπου (Πόλης): Προσδιορισμός, Σχεδιασμός, Εφαρμογή και Αποτελεσματικότητα’, Αειχώρος , 4 (2), σελ. 62-99.
Μανωλίδης, Κ. (επ.) (2003) “Ωραίο, Φριχτό κι Απέριττο Τοπίον!” Αναγνώσεις και Προοπτικές του Τοπίου στην Ελλάδα, Σκόπελος: Νησίδες.
Στεφάνου, Ι. και Στεφάνου, Ι (1999) Περιγραφή της Εικόνας της Πόλης, Αθήνα: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις ΕΜΠ.
Σφαέλλος, Χ. (1991) Αρχιτεκτονική Η Μορφή της Σκέψης στο Φυσικό Χώρο, Αθήνα: Γνώση.
Simmel, G., Ritter, J. και Gombrich, E. H. (2004) Το Τοπίο, Αθήνα: Ποταμός.
Τερκενλή, Θ. (1996) Το Πολιτισμικό Τοπίο: Γεωγραφικές Προσεγγίσεις, Αθήνα: Παπαζήση.
Φύλλο Εφημερίδας Κυβερνήσεως (2010) Αριθμός 30, Τεύχος Α, ‘Κύρωση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης του Τοπίου’, Αθήνα: Εθνικό Τυπογραφείο.



Ξενόγλωσση

Acuto, M. (2014) ‘Dubai in the ‘Middle’, International Journal of Urban and Regional Research, 38 (5), σελ.1732-1748.
Al Darmaki, I. A. R. (2008) ‘Globalisation and Urban Development: A Case Study of Dubai’s Jumeirah Palm Island Mega Project’, Διδακτορική Διατριβή, Σαουθάμτον: Σχολή Μηχανικής Επιστήμης και Μαθηματικών, Τμήμα Γεωγραφίας.
Ashworth, G. και Kavaratzis, M. (επ.) (2010) Towards Effective Place Brand Management: Branding European Cities and Regions, Cheltenham: Edward Elgar Publishing.
Bagaeen, S. (2007) ‘The Instant City; or the Instantly Recognizable City’, International Planning Studies, 12 (2), σελ. 173-197.
Bassens, D., Derudder, B. και Witlox, F. (2010) ‘The Making and Breaking of Dubai: The End of a CityState?’, Political Geography, 29, σελ. 299-301
Becken, S. (2005) ‘The Role of Tourist Icons for Sustainable Tourism’, Journal of Vacation Marketing, 11 (21), σελ.21-30.
Bloch, R. (2010) ‘Dubai’s Long Goodbye’, International Journal of Urban and Regional Research, 32 (4), σελ.943-951.
Brown, S. (1993) ‘Post-Modern Marketing?’, European Journal of Marketing, 27 (4), σελ. 19-34.
Campelo, A., Aitken, R. και Gnoth, J. (2010) ‘Visual Rhetoric and Ethnics in Marketing of Destinations’, Journal of Travel Research, 50 (1), σελ.3-14.
Castells, M. (2010) The Power of Identity, London: Willey: Routledge.
Cheshire, P.C. και Gordon, I. R. (1995), ‘Territorial Competition: Some Lessons for Policy’, The Annals of Regional Science, 32, σελ. 321-346.
Cheshire P.C. και Gordon I. R. (1996), ‘Territorial Competition and the Predictability of Collective (in)Action’, International Journal of Urban and Regional Research, 20, σελ. 383-399 στο D’ Arcy, E. και Keogh, G. (1998) ‘Territorial Competition and Property Market Process: An Exploratory Analysis’, Urban Studies, 35 (8), σελ. 1215-1230.
Cox, K. (1995) ‘Globalization, Competition and the Politics of Local Economic Development’, Urban Studies, 32 (2), σελ. 213-224..
Crang, M. (1998) Cultural Geography, Λονδίνο: Routledge. Fazal, F. (2008) ‘The Urban Development in Dubai’, Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία, Ουψάλα: Τμήμα Οικονομικών Επιστημών.
Hall, M. (2010) ‘Tourism Destination Branding and Its Affects on National Branding Strategies: Brand New Zealand, Clean and Green But Is It Smart?’,European Journal of Tourism and Hospitality Research, 1 (1), σελ. 68-89.
Jakle, J. (1987) The Visual Elements of Landscape, Amherst: The University of Massachusetts Press [διαδίκτυο (online)]. Διαθέσιμο στο: [πρόσβαση 1 Ιουλίου 2015].
Kavaratzis, M. (2008) ‘From City Marketing to City Branding: An Interdisciplinary Analysis with Reference to Amsterdam, Budapest and Athens’, Διδακτορική Διατριβή, Groningen.
Kavaratzis, M. και Ashworth, G. J. (2005) ‘City Branding: An Effective Assertion of Identity or A Transitory Marketing Trick?’, Tijdschrift voor Economische en Sociale Goegrafie, 96 (5), σελ. 506-514.
Kotler P., Asplund C., Rein I. και Haider H.D. (1999), Marketing Places Europe, eds. Prentice Hall.
Kotler, P., Haider, D. και Rein, I. (1993) Marketing Places: Attracting Investment, Industry and Tourism to Cities, States and Nations, New York: The Free Press.
Kubat, A. S., Guney, Y. I., Ozer, O., Topcu, M. και Bayraktar, S. (2009) ‘The Effects of the New Development Projects on the Urban Macroform of Dubai, A Syntactic Evaluation’ στο Koch, D.
Marcus, L. και Steen, J. (2009) Proceedings of the 7th International Space Syntax Symposium, Στοκχόλμη: KTH.
Lucarelli, A. καιBrostrom, S. (2012) ‘Place Branding: A Meta-Theoretical Analysis of the Research Literature’, International Place Branding Conference, Ειδική Έκδοση, 20-21 Ιανουαρίου, Ουτρέχτη.
Ministry of Tourism, Tourism New Zealand, Tourism Industry Association New Zealand (2007) New Zealand Tourism Strategy 2015, Wellington.
Morgan, N., Pritchard, A. και Pride, R. (2002) Destination Branding: Creating the Unique Destination Proposition, Oxford: Butterworth-Heinemann.
Nassar, A. K., Blackburn, G. A. και Whyatt, D. (2014) ‘Developing the Desert: The Pace and Process of Urban Growth in Dubai’, Computers, Environment and Urban Systems, 45, σελ. 50-62.
Pacione, M. (2005) ‘City Profile Dubai’, Cities, 3, σελ. 255-265.
Short, R.J. και Kim, Y. (1998) ‘Urban Crises Urban Representations: Selling the City in Difficult Times’ στο Hall, T. και Hubbard, P. (1998) Entrepreneurial City: Geographies of Politics, Regime and Representation, Chichester: John Wiley and Sons.
Tourism Industry Association New Zealand (2014) Tourism 2025, Growing Value Together Whakatipu Uara Ngatahi.
Tourism New Zealand (2001) 100 Years Pure Progress, Wellington.
Tourism New Zealand (2009) Pure As Celebrating 10 Years of 100% Pure New Zealand, Wellington. Warnaby, G. (2009) ‘Towards Α Service Dominant Place Marketing Logic’, Marketing Theory, 9, σελ.403-423.
Westgate, J. (2009) Brand Value, The Work of Ecolabelling and Place-Branding in New Zealand Tourism, Auckland: School of Environment. Διαδικτυακές πηγές New Zealand (2015) http://www.newzealand.com Tourism New Zealand (2015) http://www.tourismnewzealand.com

Διαδικτυακές πηγές

New Zealand (2015) http://www.newzealand.com
Tourism New Zealand (2015) http://www.tourismnewzealand.com